Ιδιαίτερα επιβαρυντική για την ποιότητα ζωής είναι η συμπτωματική απλή εκκολπωματίτιδα, μια καλοήθης νόσος του εντέρου, την οποία εμφανίζει ένα ολοένα αυξανόμενο ποσοστό του πληθυσμού. Η σοβαρότητα των συμπτωμάτων του γαστρεντερικού, σχετίζεται με έντονη συναισθηματική δυσφορία και διαταραχή της κοινωνικής ζωής.

Οι ασθενείς υποφέρουν από μεγαλύτερο σωματικό πόνο, δεν έχουν ζωντάνια και βιώνουν αρνητικά συναισθήματα. Μελέτες έχουν αποκαλύψει ότι έχουν εντονότερο άγχος και κατάθλιψη. Πρόκειται, δηλαδή, για μια πάθηση που μπορεί να γίνει χρόνια, επιφέροντας τόσο συνεχή συμπτώματα του εντέρου, όσο και ψυχοκοινωνική δυσφορία.
«Τα εκκολπώματα είναι μικρές κοιλότητες που μοιάζουν με σακουλάκια ή τσέπες, τα οποία δημιουργούνται στο τοίχωμα του παχέος εντέρου. Αιτία είναι η ύπαρξη υψηλών πιέσεων μέσα στο παχύ έντερο, κυρίως σε ηλικιωμένους και σε άτομα που δεν λαμβάνουν επαρκείς ποσότητες φυτικών ινών.

Η ύπαρξη πολλών εκκολπωμάτων χωρίς συμπτώματα ονομάζεται εκκολπωμάτωση, ενώ όταν προκαλούν συμπτώματα γίνεται λόγος για εκκολπωματική νόσο. Η φλεγμονή στα εκκολπώματα ονομάζεται εκκολπωματίτιδα και σχετίζεται άμεσα με τη δυσκοιλιότητα. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν πόνο, ρίγη και πυρετό, εμετό, δυσκοιλιότητα και αιμορραγία, ενώ στην οξεία μορφή της η πάθηση χρήζει άμεσης αντιμετώπισης, γιατί υπάρχει κίνδυνος ρήξης, διάτρησης του εντέρου ακόμα και περιτονίτιδας», μας εξηγεί ο Γενικός Χειρουργός και Διευθυντής Χειρουργικής Κλινικής στον Όμιλο Ιατρικού Αθηνών δρ Αναστάσιος Ξιάρχος.


Η εκκολπωματική νόσος του παχέος εντέρου είναι μια συχνή πάθηση στις δυτικές χώρες. Ενώ παραμένει κλινικά αθόρυβη στην πλειονότητα του πληγέντος πληθυσμού, το 4% έως 20% των ανθρώπων αναπτύσσουν οξεία φλεγμονή τουλάχιστον μία φορά στη ζωή τους. Οι εισαγωγές στο νοσοκομείο, ειδικά ασθενών ηλικίας κάτω των 45 ετών, αυξάνονται σταθερά τις τελευταίες δεκαετίες.

Παλαιότερα, η χειρουργική επέμβαση συνιστούνταν μετά από δύο επεισόδια απλής εκκολπωματίτιδας, και ήταν μια τακτική βασισμένη στην υπόθεση ότι οι ασθενείς με υποτροπιάζοντα επεισόδια διατρέχουν 30% έως 60% κίνδυνο περαιτέρω υποτροπών, σοβαρών επιπλοκών και μειωμένης ανταπόκρισης στη συντηρητική θεραπεία. Σήμερα, η προφυλακτική εκτομή μετά από δύο επεισόδια για την πρόληψη επιπλοκών δεν συνιστάται και η συντηρητική θεραπεία θεωρείται το πρότυπο περίθαλψης σε απλή εκκολπωματίτιδα. Και αυτό διότι, ενώ οι υποτροπές μετά από συντηρητική θεραπεία εμφανίζονται στο 13,3% έως 36% των ασθενών, μόνο το 3% έως 5% αναπτύσσουν περίπλοκη νόσο.

Ωστόσο, έως και το 38% των ασθενών με εκκολπωματίτιδα αναφέρουν επίμονες ενοχλήσεις στην κοιλιά όταν ακολουθούν συντηρητική αγωγή, οι οποίες επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα ζωής τους που σχετίζεται με τη σωματική τους υγεία. Συνεπώς, η ανακούφιση των συμπτωμάτων που σχετίζονται με την εκκολπωματίτιδα παραμένουν μεταξύ των κύριων ενδείξεων για εκτομή του τμήματος του εντέρου που νοσεί και η απόφαση για χειρουργική θεραπεία λαμβάνεται κατά περίπτωση.
Από μια αυστριακή μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Nature, διαπιστώθηκε ότι η λαπαροσκοπική εκτομή για υποτροπιάζουσα απλή εκκολπωματίτιδα είναι μια έγκυρη επιλογή για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής, και η ικανοποίηση των ασθενών μετεγχειρητικά είναι υψηλή, ειδικά στις γυναίκες.
«Ενώ στις ήπιες περιπτώσεις οι ασθενείς μπορούν να αντιμετωπιστούν συντηρητικά, η προγραμματισμένη σιγμοειδεκτομή αποφασίζεται σε ατομική βάση. Μετά από το χειρουργείο, οι ασθενείς θεραπεύονται οριστικά, δεν ξαναπαρουσιάζουν συμπτώματα και ως εκ τούτου βελτιώνεται η ψυχική τους διάθεση και χαίρονται τη ζωή τους σε κάθε επίπεδο. Η λαπαροσκοπική, δε, προσέγγιση, που εγγυάται την ελαχιστοποίηση του πόνου, την ταχύτερη ανάρρωση και επάνοδο στις καθημερινές υποχρεώσεις εξαιτίας του ατραυματικού χαρακτήρα της, έχει απλοποιήσει την επέμβαση καθιστώντας την πιο προσιτή από ποτέ», καταλήγει ο δρ Αναστάσιος Ξιάρχος.