Αρχική Ειδήσεις - Νέα Νέα δεδομένα για τους ασθενείς με σκλήρυνση κατά πλάκας

Νέα δεδομένα για τους ασθενείς με σκλήρυνση κατά πλάκας

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Νέα θετικά ερευνητικά δεδομένα διάρκειας έξι ετών παρουσιάστηκαν από μία post-hoc ανάλυση της μελέτης επέκτασης του alemtuzumab σε ασθενείς με υποτροπιάζουσα-διαλείπουσα πολλαπλή σκλήρυνση (RRMS). Τα αποτελέσματα παρουσιάστηκαν στο 69ο Ετήσιο Συνέδριο της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας (AAN).

 

Το alemtuzumab χορηγείται σε δύο ετήσιες συνεδρίες, με την πρώτη συνεδρία να χορηγείται ενδοφλεβίως έγχυσης σε πέντε διαδοχικές ημέρες και τη δεύτερη συνεδρία σε τρεις διαδοχικές μέρες, 12 μήνες μετά.

Η πλειοψηφία των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με alemtuzumab (76%, n=330) στην πιλοτική μελέτη Φάσης III CARE-MS II δεν παρουσίασαν υποτροπή στο διάστημα μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης συνεδρίας θεραπείας με alemtuzumab · το 24% (n=105) των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με alemtuzumab στη μελέτη CARE-MS II παρουσίασε υποτροπή μεταξύ των συνεδριών.

Οι εκβάσεις, βάσει κλινικών παραμέτρων και μαγνητικής απεικόνισης (MRI) στους ασθενείς, που έλαβαν θεραπεία με alemtuzumab οι οποίοι εμφάνισαν υποτροπή μεταξύ των συνεδριών παρουσίασαν σημαντική βελτίωση μετά τη δεύτερη συνεδρία θεραπείας. Στη διάρκεια των έξι ετών, τα αποτελέσματα βάσει κλινικών παραμέτρων και μαγνητικής απεικόνισης (MRI) που παρατηρήθηκαν σε αυτούς τους ασθενείς ήταν παρόμοια με εκείνα που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς οι οποίοι δεν παρουσίασαν υποτροπή μεταξύ των συνεδριών:

  • Ετησιοποιημένο Ποσοστό Υποτροπών (ARR):

 

  • Σε ασθενείς που παρουσίασαν υποτροπή μεταξύ των συνεδριών, το ετησιοποιημένο ποσοστό υποτροπών (ARR) μειώθηκε από 1,2 κατά το πρώτο έτος σε 0,5 το δεύτερο έτος, αφότου έλαβαν τη δεύτερη συνεδρία θεραπείας. Το ετησιοποιημένο ποσοστό υποτροπών (ARR) συνέχισε να μειώνεται έως και το έκτο έτος (τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο έτος: 0,4, 0,4, 0,3 και 0,2, αντίστοιχα.)
    • Σε ασθενείς που δεν παρουσίασαν υποτροπή μεταξύ των συνεδριών, το ετησιοποιημένο ποσοστό υποτροπών (ARR) κατά το δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο έτος ήταν 0,2, 0,2, 0,2, 0,2  και 0,1, αντίστοιχα.

 

  • Επιβεβαιωμένη επιδείνωση της αναπηρίας (CDW), που ορίζεται ως αύξηση ≥ 1 μονάδας βάση της κλίμακας EDSS (Expanded Disability Status Scale/ Διευρυμένη Κλίμακα Κατάστασης Αναπηρίας) (ή ≥ 1,5 μονάδες εφόσον η βαθμολογία με βάση την κλίμακα EDSS=0 κατά την έναρξη θεραπείας) στους έξι μήνες:

 

    • Η πλειοψηφία των ασθενών που παρουσίασαν υποτροπή μεταξύ των συνεδριών (80%) δεν εμφάνισε επιβεβαιωμένη επιδείνωση της αναπηρίας κατά το δεύτερο έτος και το 60% δεν παρουσίασε επιβεβαιωμένη επιδείνωση της αναπηρίας κατά το έκτο έτος.

 

    • Η πλειοψηφία των ασθενών που δεν παρουσίασαν υποτροπή μεταξύ των συνεδριών (91%) δεν εμφάνισε επιβεβαιωμένη επιδείνωση της αναπηρίας κατά το δεύτερο έτος και το 75% δεν παρουσίασε επιβεβαιωμένη επιδείνωση της αναπηρίας κατά το έκτο έτος.

 

  • Επιβεβαιωμένη βελτιώση της αναπηρίας (CDI), που ορίζεται ως μείωση ≥ 1 μονάδας με βάση την κλίμακα EDSS από την έναρξη της θεραπείας (ασθενείς με βαθμολογία ≥ 2.0 κατά την έναρξη) στους έξι μήνες:

 

    • Το δεύτερο έτος, το 28% των ασθενών που παρουσίασαν υποτροπή μεταξύ των συνεδριών σημείωσε επιβεβαιωμένη βελτίωση της αναπηρίας και το ποσοστό όσων πέτυχαν επιβεβαιωμένη βελτίωση της αναπηρίας κατά το τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο έτος ήταν 33%, 34%, 34% και 34%, αντίστοιχα.

 

    • Το δεύτερο έτος, το 31% των ασθενών που δεν παρουσίασαν υποτροπή μεταξύ των συνεδριών σημείωσε επιβεβαιωμένη βελτίωση της αναπηρίας και το ποσοστό όσων πέτυχαν επιβεβαιωμένη βελτίωση της αναπηρίας κατά το τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο έτος ήταν 37%, 43%, 44% και 45%, αντίστοιχα.

 

  • Καμία ένδειξη δραστηριότητας της νόσου (NEDA), η οποία ορίζεται ως απουσία κλινικής δραστηριότητας της νόσου (υποτροπές και επιβεβαιωμένη επιδείνωση της αναπηρίας στους έξι μήνες και δραστηριότητα της νόσου βάσει μαγνητικής απεικόνισης [MRI] (νέα προσλαμβάνουσα γαδολίνιο T1 βλάβη και νέα/αυξανόμενη σε μέγεθος T2 υπέρπυκνη βλάβη T2):

 

    • Σε ασθενείς που παρουσίασαν υποτροπή μεταξύ των συνεδριών, το ποσοστό που δεν σημείωσε καμία ένδειξη δραστηριότητας της νόσου (NEDA) ήταν 38% κατά το δεύτερο έτος και 58% το έκτο έτος.

 

    • Σε ασθενείς που δεν παρουσίασαν υποτροπή μεταξύ των συνεδριών, το ποσοστό που δεν σημείωσε καμία ένδειξη δραστηριότητας της νόσου (NEDA) ήταν 64% κατά το δεύτερο έτος και 60% το έκτο έτος.

 

  • Μείωση του όγκου του εγκεφάλου (BVL), όπως προκύπτει από τη σχετική μεταβολή του κλάσματος εγκεφαλικού παρεγχύματος:

 

    • Σε ασθενείς που παρουσίασαν υποτροπή μεταξύ των συνεδριών, η μέση ποσοστιαία ετήσια μείωση του όγκου του εγκεφάλου (BVL) ήταν -0,10% κατά το δεύτερο έτος και παρέμεινε σε χαμηλά επίπεδα κατά το τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο έτος (-0,07%, -0,19%, -0,29% και -0,13%, αντίστοιχα).

 

    • Σε ασθενείς που δεν παρουσίασαν υποτροπή μεταξύ των συνεδριών, η μέση ποσοστιαία ετήσια μείωση του όγκου του εγκεφάλου (BVL) ήταν -0,27% κατά το δεύτερο έτος και παρέμεινε σε χαμηλά επίπεδα κατά το τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο έτος (-0,12%, -0,19%, -0,01% και -0,10%, αντίστοιχα.)

 

Σχετικά με την επανάληψη θεραπείας για τις δύο ομάδες ασθενών έχουν ως εξής:

 

  • Το 33% των ασθενών που παρουσίασαν υποτροπή μεταξύ των συνεδριών δεν έλαβε επιπλέον θεραπεία μετά τη δεύτερη συνεδρία έως το έκτο έτος· το 53% έλαβε επιπλέον θεραπεία με alemtuzumab, το 7% έλαβε επιπλέον θεραπεία με τη χορήγηση κάποιας άλλης τροποποιητικής της νόσου θεραπείας (DMT) και το 7% έλαβε επιπλέον θεραπεία με alemtuzumab και κάποια άλλη τροποποιητική της νόσου θεραπεία (DMT).

 

  • Το 55% των ασθενών που δεν παρουσίασαν υποτροπή μεταξύ των συνεδριών δεν έλαβε επιπλέον θεραπεία μετά τη δεύτερη συνεδρία έως το έκτο έτος· το 36% έλαβε επιπλέον θεραπεία με alemtuzumab, το 4% έλαβε επιπλέον θεραπεία με τη χορήγηση κάποιας άλλης τροποποιητικής της νόσου θεραπείας (DMT) και το 5% έλαβε επιπλέον θεραπεία με alemtuzumab και κάποια άλλη τροποποιητική της νόσου θεραπεία (DMT).

 

 

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες έως το έκτο έτος (AEs) που παρατηρήθηκαν στην ομάδα θεραπείας με alemtuzumab ήταν αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση, όπως έδειξαν και οι μελέτες CARE-MS I και II.  Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν τα αυτοάνοσα νοσήματα.

 

 

Rate it