Η επιστημονική κοινότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (ΗΠΑ), όπως και σε πολλές άλλες χώρες, αντιμετωπίζει τεχνικές δυσκολίες στη συλλογή αναλυτικών δεδομένων ως προς τον τύπο και την ποσότητα φαρμάκων που καταλήγουν στους υδροφόρους ορίζοντες και στο αποχετευτικό σύστημα.

Παρά ταύτα, πολλές επιστημονικές έρευνες αποκαλύπτουν την παρουσία φαρμακευτικών ουσιών στο υδάτινο περιβάλλον, οι οποίες περνούν στο πόσιμο νερό που καταναλώνουν πάνω από 40 εκατομμύρια κάτοικοι των ΗΠΑ. Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις παρατηρούνται σε περιοχές όπου υπάρχουν νοσοκομεία και μονάδες μακροχρόνιας ιατρικής νοσηλείας. Οι έρευνες δείχνουν, επίσης, ότι η μεγαλύτερη περιβαλλοντική επίπτωση προκαλείται κυρίως από αντι-παρασιτοκτόνα, αντιμυκητιασικά, αντιβιοτικά και ξενοοιστρογόνα, καθώς τα φάρμακα αυτά έχουν οικοτοξικολογικές επιπτώσεις.

Πολλά, δε, φαρμακευτικά προϊόντα, όπως αντισυλληπτικά και ψυχότροπες ουσίες, όταν βρίσκονται σε μεγάλες συγκεντρώσεις φαίνεται ότι διαταράσσουν την ισορροπία των υδάτινων οικοσυστημάτων, επηρεάζοντας την αναπαραγωγική ικανότητα των ψαριών και τη συμπεριφορά τους, καθώς και τη μικροβιακή ανθεκτικότητα των θαλάσσιων οργανισμών στα αντιβιοτικά.

Η επιστήμη δεν έχει καταλήξει στις ακριβείς μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της απόρριψης φαρμάκων στην ανθρώπινη υγεία. Ενώ πάντως βραχυπρόθεσμα οι συγκεντρώσεις υπολειμμάτων φαρμάκων στο πόσιμο νερό, όταν είναι χαμηλές, δεν προκύπτει ιδιαίτερη ανησυχία για τους ανθρώπους, αναφέρεται σε έρευνες ότι η μακρόχρονη έκθεση μπορεί να προκαλέσει ιατρικά προβλήματα, συμπεριλαμβανομένων των γονιδιακών μεταλλάξεων.

 

Τα προγράμματα ‘take-back’ του Οργανισμού Περιβαλλοντικής Προστασίας των ΗΠΑ

 

Γίνεται δεκτό ότι δεν απαιτείται επιστημονική βεβαιότητα – με βάση την καθιερωμένη αρχή της πρόληψης – για την ύπαρξη κινδύνου, ώστε να ληφθούν προληπτικά περιβαλλοντικά μέτρα. Το ίδιο ισχύει και στον περιορισμό της υψηλής συγκέντρωσης επικίνδυνων φαρμακευτικών ουσιών στο υδάτινο περιβάλλον. Υπάρχουν άλλωστε μελέτες που αναφέρουν ότι μεγάλες ποσότητες φαρμάκων καταλήγουν στους υδροφόρους ορίζοντες είτε μέσω των ανθρώπινων εκκρίσεων χρησιμοποιημένων φαρμάκων είτε μέσω της απόρριψης αχρησιμοποίητων φαρμάκων. Χαρακτηριστικά, ο Αμερικανικός Οργανισμός Περιβαλλοντικής Προστασίας υπολόγισε ότι το 2015 οι οίκοι ευγηρίας παρήγαγαν 740 τόνους απόβλητα από μη χρησιμοποιημένα φάρμακα.

Επιπλέον, οι ποσότητες αυτές αυξάνονται λόγω της γήρανσης και αύξησης του πληθυσμού αλλά και της κυκλοφορίας νέων φαρμάκων. Επίσης, η αύξηση αυτή συνδέεται και με την εκούσια ή ακούσια μη ολοκλήρωση του θεραπευτικού προγράμματος, όπως στις περιπτώσεις θανάτου, πρόωρης αλλαγής της θεραπείας και γρηγορότερης ανάρρωσης από το προβλεπόμενο.

Ένα από τα σημαντικότερα μέτρα του Οργανισμού Περιβαλλοντικής Προστασίας των ΗΠΑ για τη μείωση του περιβαλλοντικού ρίσκου από την απόρριψη φαρμάκων απευθύνεται στους παρασκευαστές φαρμάκων, στους φορείς συστημάτων αποχέτευσης αλλά και στους τελικούς χρήστες των φαρμακευτικών προϊόντων, κυρίως μέσω των take-back προγραμμάτων. Είναι ενδεικτικό της άμεσης σύνδεσης μεταξύ φαρμακευτικής και περιβαλλοντικής πολιτικής ότι τα προγράμματα αυτά εντάσσονται στο σύστημα της ομοσπονδιακής νομοθεσίας που αφορά τη διαχείριση των αποβλήτων.

Στο πλαίσιο των προγραμμάτων αυτών, όπως και άλλων που αφορούν τη δωρεά φαρμακευτικών προϊόντων, σημαντικές ποσότητες περισσευούμενων φαρμάκων επιστρέφονται σε αρμόδιους φορείς (όπως κοινοτικά και κοινωνικά φαρμακεία, νοσοκομεία και νοσοκομειακά φαρμακεία, ιατρικά κέντρα, αστυνομικές εγκαταστάσεις, κ.ά.) για την απόρριψη τους με συγκεκριμένη διαδικασία, όπως ορίζεται από την περιβαλλοντική νομοθεσία.

 

Τα προγράμματα δωρεάς και αναδιανομής περισσευούμενων φαρμάκων

 

Η ρύθμιση για τη δωρεά και την αναδιανομή περισσευούμενων φαρμάκων ως ένα μέτρο που συμβάλλει ουσιαστικά στη βελτίωση της υγείας των ευάλωτων κοινωνικά ομάδων και στη μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των φαρμακευτικών προϊόντων ακολουθείται σε πολλές πολιτείες των ΗΠΑ εδώ και δεκαετίες. Το μέτρο αφορά τις περιπτώσεις που τα φάρμακα δεν έχουν λήξει και δεν έχουν αλλοιωθεί ή ανοιχτεί, τα οποία στη συνέχεια δωρίζονται σε κοινωνικά φαρμακεία και άλλους εγκεκριμένους φορείς, για να καταλήξουν σε ασθενείς που τα έχουν ανάγκη.

Το πρόγραμμα αναδιανομής φαρμάκων της Iowa επισημαίνει ότι η κατάλληλη διάθεση των φαρμάκων μέσω της δωρεάς αποτελεί, επίσης, εναλλακτική λύση της εναπόθεσης των μη χρησιμοποιημένων φαρμάκων στα αποχετευτικό σύστημα. Κατ’ επέκταση, η ορθή διαχείριση των περισσευούμενων φαρμάκων εγγυάται καθαρότερο και ασφαλέστερο νερό. Οι πρωτοβουλίες δωρεών περισσευούμενων φαρμάκων αποκτούν επιπρόσθετη αξία σε περιοχές αυξημένης περιβαλλοντικής επιβάρυνσης λόγω μεγάλης πληθυσμιακής πυκνότητας, συστημάτων αποχέτευσης με μη επαρκή καθαρισμό και χαμηλής διαλυτότητας των ποταμών.

Επιπλέον, κάποια από τα παραπάνω προγράμματα αναλαμβάνουν την ενημέρωση του κοινού για τη διαχείριση των περισσευούμενων φαρμάκων. Τούτο προσδίδει ακόμα μεγαλύτερη αξία στα οφέλη των προγραμμάτων αυτών, καθώς η πληροφόρηση για τους κινδύνους για το περιβάλλον και την υγεία από τη μη ορθή και αλόγιστη απόρριψη των φαρμάκων  κρίνεται απολύτως απαραίτητη από την επιστημονική κοινότητα για τη μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

 

Η δωρεά φαρμάκων στην υπηρεσία της αειφορίας

 

Στις ΗΠΑ το ζήτημα της αναδιανομής περισσευούμενων φαρμάκων συνδέεται με το περιεχόμενο της έννοιας της ‘αειφορίας’ (‘sustainability’). Η πρόταξη της αειφορίας σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα συνεπάγεται την αρμονική συμβίωση του ανθρώπου και της φύσης με τρόπο που ικανοποιεί τις οικονομικές, κοινωνικές και ανάγκες των σύγχρονων γενεών, χωρίς να θέτει σε κίνδυνο τη δυνατότητα των μελλοντικών να ικανοποιήσουν τις δικές τους. Με βάση την αρχή της αειφορίας, απαιτείται η βελτίωση της ανθρώπινης υγείας μέσω της μείωσης των φαρμακευτικών αποβλήτων και ως εκ τούτου, τα προγράμματα δωρεάς περισσευούμενων φαρμάκων θεωρείται ότι συμβάλλουν σημαντικά στην προστασία του περιβάλλοντος, αλλά και στη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας των ΗΠΑ.