Παγκόσμια ημέρα ζώων σήμερα κι ο καθένας μπορεί να έχει να πει μια ιστορία άλλοτε μακρινή άλλοτε κοντινή άλλοτε ότι θέλει να έχει μια ιστορία με ένα ζώο.

Μεγάλωσα σε μια οικογένεια χωρίς ζώα ένα καναρίνι είχαμε και μετά μια καρδερίνα τίποτα περισσότερο και αυτό πολύ είναι έλεγε η μαμά μου. Πάντα φοβόμασταν τα σκυλιά αλλάζαμε πεζοδρόμιο όταν τα βλέπαμε το δρόμο. Ας πούμε καμία επαφή με τετράποδο.

¨Οταν αποκτήσαμε σπίτι με κήπο είπαμε να έχουμε κι εμείς ένα σκυλάκι αλλά πάντα ήταν απωθητική η σκέψη της ευθύνης. ¨Ολα αυτά μέχρι πέρυσι το καλοκαίρι. Δεν είχαν περάσει 40 μέρες από το χαμό της μαμάς μου. Όλη η οικογένεια μαζεμένη να προσπαθεί να κρατηθεί όρθια κι εγώ να μαζεύω σκόρπια κομμάτια. Πώς θα ζήσω από εδώ και πέρα έλεγα μέσα σε τόσα τετραγωνικά να περιφέρομαι σαν φάντασμα να μην ακούω μια ακόμα ανάσα να μην έχω συντροφιά να φάω δυο μπουκιές. Οι συγγενείς καλοί αλλά ο καθένας έχει την οικογένειά του.

Μετά από λίγο καιρό στη βεράντα εκεί στο Λαγονήσι άκουσα ένα κλάμα ήταν μωρού; ή κάποιου πονεμένου ζώου;. Βγήκα έξω από την πόρτα να δω τι είναι και εκεί ανάμεσα σε δύο σκουπιδοτενεκέδες στο ημίφως του δρόμου είδα μια λευκή μπαλίτσα με ένα μαύρο ματάκι και αφτάκι να έρχεται προς το μέρος μου. Μόνο έκλαιγε πείναγε ήθελε ένα χάδι.

Αυτό είναι για μένα είπα το έστειλε η μαμά μου για συντροφιά μου. Δεν σκέφτηκα ότι μπορεί να έχει ζουζούνια τσιμπούρια ίσως να ήταν και άρρωστο. Το πήρα αγκαλιά κι εκείνο σταμάτησε να κλαίει. Του έδωσα ψωμί με γάλα γέμισε η κοιλίτσα άρχισαν να βαραίνουν ευτυχισμένα τα βλεφαράκια και κοιμήθηκε ευτυχισμένο σε ένα σεντονάκι έξω από το σπίτι στη δροσιά στη βεράντα. Ήταν το πρώτο μας καλοκαίρι. Είχε γεννηθεί πριν δύο μήνες ζύγιζε 3,7 κιλά.

Από τότε κάναμε πολλά χιλιόμετρα να μάθει ο ένας τα χούγια του άλλου ακόμα κάνει κάποιες ζημιές αλλά ένα χρόνο τώρα γεμίσαμε αγκαλιές φιλιά αγάπες πείσματα γρατζουνιές δαγκώματα κάποιες ζημιές έχει φάει δυο ζευγάρια παρκετόπανα δύο ζευγάρια παντόφλες τα χέρια μου είναι σαν κακοποιημένης γυναίκας. Προσπαθώ να το απασχολώ για να μην γαβγίζει ώρες κοινής ησυχίας να μην ενοχλεί. Είναι θηλυκό τη λένε Σίντυ τώρα ετοιμάζομαι να την στειρώσω αλλά ειλικρινά από εκείνη την πρώτη μέρα δεν έχω φάει ούτε μια μέρα μόνη μου μεσημέρι βράδυ. Τα μάτια της τόσο γλυκιά στοργή και νοιάξιμο που ούτε σε άνθρωπο δεν το βρίσκεις.

Ξεκίνησε σαν ένα μικρό χαλάκι έξω από την πόρτα κουλουριασμένο και τώρα είναι μοκέτα από τοίχο σε τοίχο. Είναι πια ένας ελληνικός ποιμενικός κοντά 40 κιλά. Δεν τρώει ξηρά τροφή πάντα μαγειρεμένη δικιά του στο σπίτι. Έχει άποψη για το ποιος της αρέσει και ποιος όχι. Λιγώνεται όταν περνάει ένα λυκόσκυλο από δίπλα μας. Κάθετε ακίνητη και το χαζεύει.

Είναι μοιραίο της αρέσει και δεν το κρύβει. Για όλα τα άλλα μπορεί να τους γαβγίζει αλλά μέχρι εκεί. Όταν βγαίνουμε βόλτα μία ώρα το πρωί και μία το βράδυ τώρα που είμαστε στην πόλη δίνει σινιάλο στα άλλα στα γύρω μπαλκόνια ότι εγώ βγαίνω βόλτα και ζήλεια σας μεγάλη. Κοιμάται πια μέσα στο σπίτι απέναντί μου στο δικό της στρωματάκι. Μόνο καφέ δεν πίνει όλα τα άλλα τα δοκιμάζει με λαιμαργία σαν να είναι η πρώτη φορά.

Από τότε πορευόμαστε μαζί στα δύσκολα και στα εύκολα. Δεν ξέρω αν είμαι εγώ καλή συντροφιά για εκείνη ή η κατάλληλη παρέα που θα ήθελε αλλά ακόμα χτίζουμε τη σχέση μας και μαθαίνουμε καθημερινά η μία από την άλλη.