Ο Γιώργος, έφυγε πολύ μικρός μετανάστης στην Αμερική, δούλεψε πολύ σκληρά, δημιούργησε οικογένεια και έφτιαξε με μόχθο και κόπο, ένα ομογενειακό ραδιόφωνο, τη φωνή του ελληνισμού στην Αμερική.

Το άγχος και η κούραση, τον έκαναν να καπνίζει ασταμάτητα τέσσερα με πέντε πακέτα την ημέρα και εκεί λίγο μετά τα 50, αισθάνθηκε δυσφορία στο στήθος. Φοβήθηκε, τα παιδιά ακόμα είχαν την ανάγκη της στήριξής του, δεν είχαν μπει στον εργασιακό βίο.

Οι πρώτες εξετάσεις έδειξαν όγκο στον πνεύμονα. Πήγε στο Μεμόριαλ, που εκείνη την εποχή θεωρούνταν η κορυφή στους δύσκολος καρκίνους. Χωρίς βιοψία με μόνη τη γνωμάτευση ενός γιατρού, ξεκίνησε τις πιο βαριές χημειοθεραπείες με την ελπίδα να μειωθεί ο όγκος, για να μπορέσει κάποια στιγμή αργότερα, να τον αφαιρέσει. Ο όγκος δεν μειωνόταν. Άλλαξε γιατρό και νοσοκομείο. Η χημειοθεραπεία ότι σκληρότερο μπορούσε να ανεχθεί το σώμα του,, του άφησε εφιάλτες και ευαισθησία στο κρύο και το ζεστό. Με δυσκολία εκτίθεται στον ήλιο πια. Η νέα γνωμάτευση έλεγε πως καλό ήταν να κάνει στο πρώτο νοσοκομείο, το χειρουργείο για να αφαιρεθεί ο όγκος, ,ότι κι αν ήταν αυτός.

Το αποτέλεσμα? Ήταν ένα λίπωμα μεγάλο όσο το αυγό μιας χήνας, εκεί πάνω στο στέρνο που, όμως ήταν η αιτία για να μην αναπνέει καλά. Γι αυτό δεν μειωνόταν ο όγκος από την χημειοθεραπεία και τις μετέπειτα ακτινοβολίες. ¨Άλλοι εξωτερικοί γιατροί του είπαν να κάνει μήνυση στο νοσοκομείο, άλλωστε είναι συνήθης τακτική ο ασθενής στην Αμερική, να πηγαίνει στο γιατρό με τον δικηγόρο του, ειδικά σε σοβαρές περιπτώσεις. Επίσης η εξωδικαστική συμβιβαστική λύση, είναι θεμιτή και επιβεβλημένη στις μέρες μας, ειδικά στο εξωτερικό. Κι ο Γιώργος ακολούθησε τις συμβουλές τρίτων. Και οι δικηγόροι τα κατάφεραν. Ο δικός του υπέκυψε στις πιέσεις του δικηγόρου του Μεμόριαλ του είπε ότι δεν μπορεί να περιμένει περισσότερα χρήματα μέχρι που ανακάλυψε ότι τα αποδεικτικά πλακίδια της βιοψίας του, είχαν ως διά μαγείας χαθεί άρα δεν μπορούσε να διεκδικήσει την πραγματικά υψηλή αποζημίωση. Πήρε κάτι λίγα χρήματα ίσα που έφτασαν να στερεώσει την οικογένειά του τόσους μήνες που βγήκε εκτός εργασίας. Μόνη του παρηγοριά το ραδιόφωνο που ακόμα συνεχίζει μαχητής. Δεν ξεχνάει όμως την περιπέτειά του και δεν θέλει να μιλάει γι’ αυτήν γιατί πληγώνεται από την αναλγησία του συστήματος και την συμπαιγνία των δικηγόρων και των γιατρών.

Είναι μία από τις εκατοντάδες χιλιάδες περιπτώσεις ιατρικού λάθους που καθημερινά βλέπουν το φως της δημοσιότητας ή μένουν στο σκοτάδι της πίκρας του θύματος ή της οικογένειάς, του. Η ουσία είναι όμως ότι τα λάθη των γιατρών και των νοσοκομείων, τα λάθη των γνωματεύσεων έχουν πάρει πολλές ζωές άδικα ή τις έχουν καταδικάσει. Στην καλύτερη των περιπτώσεων έχουν χαθεί αρκετά χρήματα σε λάθος εξετάσεις, λάθος επεμβάσεις και λάθος ιατρικές αγωγές. Μόνο θύμα, όπως πάντα, ο ασθενής.

Πρόσφατη έρευνα με τίτλο «Organisational Culture and Patient Safety» που έγινε στο πλαίσιο ευρωπαϊκού προγράμματος, έδειξε ότι περίπου οι μισοί γιατροί στα ελληνικά νοσοκομεία έχουν κάνει τουλάχιστον ένα λάθος τον τελευταίο μήνα, ενώ το 4% ανέφερε ότι έκανε περισσότερα από 4 λάθη. Κάθε χρόνο πάνω από 6000 περιπτώσεις ιατρικών λαθών καταγράφονται στα ιατρικά χρονικά στη χώρα μας.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, η σημαντικότερη αιτία των ιατρικών σφαλμάτων είναι η έλλειψη ομαδικότητας μεταξύ των γιατρών.

Παράλληλα, διαπιστώθηκε ότι οι γυναίκες γιατροί κάνουν λιγότερα λάθη από τους άνδρες. Αυτό που προκάλεσε εντύπωση είναι ότι οι έμπειροι γιατροί κάνουν περισσότερα λάθη.

Ακόμα και σήμερα ο περισσότερος κόσμος δεν γνωρίζει ότι ο ιατροδικαστής είναι ο ειδικός επιστήμονας για την αξιολόγηση των ιατρικών λαθών όπως τονίζει ο πρόεδρος των ιατροδικαστών άριστος επιστήμονας Γρηγόρης Λέων.. Δυστυχώς η συγκεκριμένη γνώση λείπει ακόμα και από ανθρώπους που διαχειρίζονται υποθέσεις ιατρικών λαθών, όπως οι δικηγόροι.

Η αρμοδιότητα αυτή του ιατροδικαστή έχει κατοχυρωθεί από τον καθορισμό του γνωστικού αντικειμένου της ειδικότητας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Τις σχετικές διαδικασίες αξιολόγησης των ιατρικών λαθών από την ιατροδικαστική επιστήμη καθορίζουν ευρωπαϊκές κατευθυντήριες οδηγίες. Πρόσφατα μάλιστα και η χώρα μας υιοθέτησε πλήρως το ευρωπαϊκό μοντέλο ειδικότητας αυξάνοντας την εκπαίδευση των ιατροδικαστών στα πέντε χρόνια. Συνεπώς, ο ιατροδικαστής και στη χώρα μας είναι ο επιστήμονας που καλείται βάση των ειδικών γνώσεων που διαθέτει να διαχειριστεί τις υποθέσεις ιατρικών σφαλμάτων.

Είναι σημαντικό όποιος θεωρεί ότι εμπλέκεται σε πιθανή υπόθεση ιατρικού σφάλματος να επισκέπτεται άμεσα έναν ιατροδικαστή. Στην πρώτη επίσκεψη θα πρέπει να προσκομίζει όλα τα ιατρικά πιστοποιητικά (κλινικές και εργαστηριακές εξετάσεις, πιθανά πρακτικά χειρουργείου κά) καθώς και ένα σύντομο ιστορικό της υπόθεσης.

Πολλά δικηγορικά γραφεία αναλαμβάνουν την υπεράσπιση των θυμάτων απέναντι στους γιατρούς και καταφέρνουν να κερδίσουν υψηλές αποζημιώσεις για ιατρικά λάθη είτε στο εν ζωή θύμα, είτε στην οικογένειά του, αν αυτό έχει φύγει από τη ζωή.

Ο κ. Δημήτρης Σπυρόπουλος με την πενταμελή του ομάδα άριστος δικηγόρος παρ Αρείω Πάγω και Συμβουλίου της Επικρατείας,  έχει διαχειριστεί μέχρι σήμερα πολλές τέτοιες περιπτώσεις, φέρνοντας στο φως την πραγματική επιστημονική αλήθεια, που στο τέλος αναγκάζεται να παραδεχτεί και ο γιατρός που έχει διαπράξει το ιατρικό λάθος.

Όπως τονίζει ο κ. Σπυρόπουλος διευθυντής της BCLA δικηγορικής εταιρείας, ο παθών έχει υποστεί σοβαρή σωματική βλάβη και η ψυχική οδύνη του ίδιου και των συγγενών του, μπορεί να του δώσει ακόμα και 1 εκατομμύριο ευρώ ειδικά αν έχει χαθεί ανθρώπινη ζωή. Το πόσο θα αποζημιωθεί η ανθρώπινη ζωή εξ αιτίας του ιατρικού λάθους έγκειται και στην ευαισθησία του δικαστή, αλλά συνήθως μέχρι το δεύτερο βαθμό εκδίκασης η αποζημίωση αγγίζει, από 500- 700.000 ευρώ.

Ο κος Σπυρόπουλος θυμάται την περίπτωση ενός μικρού παιδιού που δεν είχε διαγνωστεί από την αρχή από την παιδίατρο ότι είχε πρόβλημα κώφωσης, με αποτέλεσμα το παιδί να μεγαλώσει, να χάσει πολύτιμο χρόνο από τη ζωή του και τη θεραπεία, καθώς δεν μπορούσε να μιλήσει και ν ακολουθήσει μια ομαλή ανάπτυξη. Συνήθως όμως,, σε τρανταχτές περιπτώσεις ο γιατρός παραδέχεται το λάθος του. Πάμπολλες είναι οι περιπτώσεις κακοτεχνίας στον χειρισμό για πλαστικές επεμβάσεις και δεν είναι μόνο αυτές που γίνονται για καλλωπισμό αλλά και αυτές για αποκατάσταση κάποιου σοβαρού προβλήματος, είτε από ατύχημα. Συχνά σοβαρό πρόβλημα και σε αυτό ένοχος είναι γιατρός και νοσοκομείο, δημιουργεί η πλημμελής απολύμανση του νοσοκομείου, μια άλλη πτυχή του ιατρικού σφάλματος. Οι ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις από τις οποίες μπορεί να χάσει τη ζωή του ο ασθενής είναι θέμα νοσοκομείου.

Το πόσο γρήγορα αποδίδεται δικαιοσύνη ο κος Σπυρόπουλος είναι καταλυτικός. Μέσα σε 100 ημέρες πρέπει να κλείσει ο φάκελος, έχουν προσκομιστεί όλα τα δικαιολογητικά και κυρίως ο ασθενής δεν εμφανίζεται δεν παίρνει άλλη ψυχική οδύνη. Η υπόθεση οριοθετείται με τα δικαιολογητικά και μόνον. Η δικάσιμος ορίζεται το αργότερο σε ΄1 χρόνο και μέσα σε 1,5 με 2 χρόνια έχει βγει και η απόφαση. Στο 60% των περιπτώσεων ο δικαστής ορίζει πραγματογνωμοσύνη καθώς ο ίδιος δεν διαθέτει ειδικές ιατρικές γνώσεις όπως απαιτεί η κάθε υπόθεση.  Ένα ποσοστό όμως 20% δεν φτάνει ποτέ στα δικαστήρια ούτε βλέπει το φως της δημοσιότητας.

Είναι φορές που ο ασθενής βγαίνει από το νοσοκομείο και μετά αρχίζουν τα προβλήματά του, καθώς η επιμόλυνση του τραύματος της πληγής από πλημμελή καθαρισμό έχει οδηγήσει σε σηψαιμία ή κάτι ανάλογο.

Από την άλλη και ο γιατρός είναι άνθρωπος και μπορεί να κάνει λάθη φτάνει το υπερεγώ του να μην τα σκεπάσει.

Στις μέρες μας ιδιώτες γιατροί και ιδιωτικά νοσοκομεία έχουν ασφαλιστική κάλυψη και κάποια στιγμή πρέπει να το δει το ζήτημα και το ελληνικό δημόσιο ,για να μην φτάνουν στα δικαστήρια, τρανταχτές περιπτώσεις ανθρώπινου λάθους.

Η Βάσω Μαράκα, σήμερα πρόεδρος του σωματείου των πασχόντων από σκλήρυνση κατά πλάκας, είναι μια γυναίκα εύχαρίς δραστήρια αυτό που λέμε έξω καρδιά με μια επιτυχημένη οικογένεια σύζυγος και μητέρα που γύρω στα 42 της χρόνια αντίκρυσε το φάσμα της ιατρικής αναλγησίας και της λάθος διάγνωσης. Για τέσσερα χρόνια με φοβερούς πόνους στη μέση άλλαξε πάμπολλους ορθοπεδικούς με την ελπίδα να βρει ανακούφιση και μια σωστή διάγνωση.

Ο επιστήμονας που πήγε πρώτη φορά ήταν μεγάλος και τρανός αυτό που λέμε κορυφή και αποφάνθηκε ότι είχε μια τυπική οσφυαλγία. Σαν θεραπεία πρότεινε διαθερμίες και κυρίως ζεστά για τη μέση, μια εντελώς λάθος αγωγή για την κατάσταση από την οποία υπέφερε πραγματικά. Παράλληλα έκανε μαγνητικές στη μέση στους οσφυϊκούς.

« Όλοι μου έλεγαν γιατί ο γιατρός δεν σας γράφει και λίγο πιο πάνω αξονικές? Όχι έλεγε εκείνος δεν χρειάζεται. Επί τέσσερα χρόνια ένας ορθοπεδικός με παίδεψε εμένα δεν πήγαινε το μυαλό μου στο κακό. Όμως όταν το πόδι μου άρχισε να σέρνεται ή να κάνει σπασμούς, μην ξέροντας τι είναι αυτό, είπα στον άντρα μου να πάμε και στο ΙΚΑ να ξεκινήσω από εκεί. Άλλωστε ήταν διοικητής του ΙΚΑ. Πήγα στον ορθοπεδικό του ΙΚΑ εκείνος μου είπε ότι έχω πρόβλημα και μακάρι να μην είναι στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Αλλά να είναι στο περιφερικό. Με εξέτασε. Αυτός έκανε την πρώτη καλή διάγνωση με υποψίασε. Με έστειλε σε ιδιωτικό νοσοκομείο είδαν τις εξετάσεις οσφυϊκής μοίρας πάλι δεν είδαν τίποτα και μου πρότειναν ως λύση μια επέμβαση να αφαιρέσουν τον σπόνδυλο και να βάλουν κάτι άλλο τεχνητό. Εγώ δεν δέχτηκα ευτυχώς.  Μετά άρχισα να μουδιάζει το μισό μου σώμα και μου είπαν ότι έχω ψυχολογικά προβλήματα. Ρώτησα τον άντρα μου έχω εγώ ψυχολογικό πρόβλημα?»

Η κα Μαράκα εργαζόταν όλο αυτό το χρονικό διάστημα στο υπουργείο εμπορικής ναυτιλίας. Πήγε στον αρχίατρο την είδε που έσερνε το πόδι της και της έδωσε αντιφλεγμονώδη αγωγή και βιταμίνες. Όμως κανένα αποτέλεσμα. Αυτός ο γιατρός κάτι υποψιάστηκε την έστειλε στο Ασκληπιείο Βούλας, ζήτησαν τη γνώμη νευρολόγου. Η κα Μαράκα απόρησε γιατί ζήταγαν μια τέτοια γνώμη? Ο γιατρός που την έστειλαν την έβαλε να περπατήσει ξυπόλητη και ζήτησε μαγνητική εγκεφάλου. Έτσι έγινε η γνωμάτευση της σκλήρυνσης κατά πλάκας. Μετά από 4 χρόνια είχε επιτέλους την διάγνωση της πάθησής της. Τώρα όμως οι γιατροί το υποψιάζονται το πρόβλημα . Πρώτο σύμπτωμα είναι η διπλωπία αλλά η κα Μαράκα δεν είχε κάτι τέτοιο ούτε και έχει κι έτσι δυσκόλεψε ακόμα περισσότερο το θέμα της. Η περίπτωσή της αφορά σπαστικότητα στο ένα της πόδι. Το πιο τραγικό είναι ότι μετά από καιρό είχε τον πρώτο εκείνο γιατρό και παρόλο που του είπε ότι πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας δεν το παραδέχτηκε ότι είχε κάνει λάθος διάγνωση και της είπε μπορεί να έχεις αλλά έχεις και οσφυαλγία. ΄

Μέσα στο σωματείο έχει δει άλλα μέλη που από λάθος διάγνωση και πόνους στα άνω άκρα είχα υποστεί χειρουργεία για καρπιαίο σωλήνα.

Η κα Μαράκα έμεινε 4 χρόνια χωρίς θεραπεία δεν ήξερε τι είναι η σκλήρυνση κατά πλάκας. Δούλεψε όλα της τα χρόνια συνταξιοδοτήθηκε όχι με αναπηρία αλλά κανονικά και νόμιμα. Δεν παίρνει αναπηρική σύνταξη.

« Γι αυτό στους νέους ασθενείς λέω να πάρουν σωστή διάγνωση και να πετάξουν το φόβο από πάνω τους. Είναι αρραβωνιασμένοι έχουν πάρει μόλις απολυτήριο στρατού, θέλουν να σπουδάσουν, είναι φρεσκοπαντρεμένοι. Κάνουμε ομάδες ψυχολογικής υποστήριξης λοιπόν. Ο Covid μας φέρνει πιο κοντά στον κίνδυνο είμαστε ευάλωτοι.

Για τη νόσο είμαι αισιόδοξη όταν ο ασθενής συνεργάζεται με το γιατρό του και δεν διακόπτει τη θεραπεία γιατί έχει κουραστεί. Δεν είναι θέμα κόστους τα φάρμακα είναι δωρεάν. Μόνο στα συνοδά φάρμακα πληρώνουμε 25%. Δεν είναι όμως μόνο το φάρμακο Η ψυχική υγεία είναι πολλή σημαντική να κάνει κολύμπι εργασιοθεραπεία όταν το έχει ανάγκη να πηγαίνει στους γιατρούς όταν το έχει ανάγκη να μην καπνίζει. Δικαιολογεί το κράτος ηλεκτρικό αμαξίδιο έως την ηλικία των 65 ετών και ρωτάω γιατί μέχρι τότε μετά δεν θέλει ο άνθρωπος να βγει μια βόλτα? Δεν το έχω κατορθώσει ακόμα. Επίσης η οικογένεια να μην πιέζει τον ασθενή. Δεν είναι μίασμα η ασθένεια.»

Η Αθανασία Παππά είναι πρόεδρος του σωματείου ΕΛ.Ε.ΑΝ.Α των πασχόντων από ρευματικά νοσήματα και καταθέτει τη δική της εμπειρία.

«Το Ιατρικό σφάλμα, είναι ένα γεγονός φυσικό και ανθρώπινο.  Από τη στιγμή που δεχόμαστε την αξιωματική αλήθεια ότι δεν υπάρχει ανθρώπινη δραστηριότητα απαλλαγμένη λάθους, δεχόμαστε και την πιθανότητα ο Ιατρός να σφάλει. Αυτό όμως είναι από μόνο του μια αντίφαση, από τη στιγμή που εμπιστευόμαστε τόσο την ιατρική ιδιότητα που στην ουσία περιμένουμε ο άνθρωπος ιατρός να είναι αλάνθαστος.

Ως ιατρικό σφάλμα θεωρούμε οποιοδήποτε αρνητικό γεγονός συμβεί κατά την άσκηση της ιατρικής πράξης, από το πλέον ανώδυνο, ως το κορυφαίο που θα οδηγήσει σε μόνιμη αναπηρία ή θάνατο και το οποίο δεν μπορεί να αποδοθεί στην φυσική εξέλιξη της ίδιας της νόσου.

Μπορεί να συμβεί στη διαδικασία της διάγνωσης, να είναι λάθος εκτίμηση (ψευδώς αρνητική διάγνωση), λάθος διαδικασία (επιλογή λανθασμένου διαγνωστικού αλγόριθμου), μη έγκαιρη διάγνωση (απώλεια σημαντικού χρόνου), αδυναμία διάγνωσης (άγνοια παθολογικών οντοτήτων ή ανικανότητα εκτίμησης ιατρικών δεδομένων), ή τέλος υπερδιάγνωση (υποβολή του ασθενούς σε υπερβολές διαγνωστικών εξετάσεων, με αποτέλεσμα να διαγνωσθεί ψευδώς θετικός).

Ιατρικό σφάλμα μπορεί να υπάρξει σε ορθή μεν διάγνωση, αλλά επιλογή λανθασμένης θεραπευτικής αγωγής.  Η λάθος θεραπευτική αγωγή μπορεί να σχετίζεται με φαρμακοθεραπεία, όπου είναι συνηθέστατα τα λάθη στη δόση (δηλητηρίαση ή υποθεραπεία), λάθη στην επιλογή δραστικής ουσίας, λάθη στην επιλογή φαρμακομορφής (χορήγηση δισκίων σε έμετο), λάθη σε φαρμακευτικό συνδυασμό (αλληλεπίδραση), λάθη σε δοσολογικό σχήμα, λάθη στη διάρκεια της θεραπείας κλπ.

Τέλος, λάθος μπορεί να συμβεί στην επιλογή χειρουργείου (ενώ δεν υπάρχει λόγος ή υπάρχει αντένδειξη), στην αποφυγή χειρουργείου (ενώ υπάρχει ένδειξη), στην επιλογή λάθος χειρουργικής μεθόδου, λάθος αναισθησίας, λάθος μετεγχειρητικής αγωγής κλπ.

Φυσικά μπορεί να συμβεί και ο συνδυασμός όλων των παραπάνω.

Το λάθος είναι είτε από άγνοια, ή κακή εκτίμηση, από δόλο, ή από αμέλεια.

Τα τελευταία χρόνια έχει υπάρξει μια τεράστια αλλαγή στη σχέση ιατρού-ασθενούς. Σημαντική διαφοροποίηση στην εμπιστοσύνης του ασθενούς προς τον ιατρό.  Η μεταβολή αυτή εκφράζεται με τη δυνατότητα που έχει προσφερθεί σε κάθε πολίτη να ανακαλύπτει πληροφόρηση στο διαδίκτυο είτε όσον αφορά στη νόσο είτε στο σύμπτωμα, είτε στη φαρμακευτική ή άλλη θεραπευτική επιλογή.  Η δυνατότητα αυτή, ενώ εμφανίζεται ως σημαντικός παράγοντας ελέγχου της ιατρικής πρακτικής, δημιουργεί πληθώρα προβλημάτων, κυρίως λόγω της αδυναμίας ορθής αξιολόγησης της ποιότητας, αλλά και της σχέσης με τον ασθενή της εν λόγω πληροφορίας.  Άλλο πρόβλημα δημιουργείται από την υπερπροσφορά ιατρικής υπηρεσίας και την ανταγωνιστικότητα μεταξύ επαγγελματιών υγείας, νοσηλευτκών ιδρυμάτων, αλλά και διαφορετικών προσεγγίσεων για το ίδιο θέμα.  Ο ασθενής και οι οικείοι του, έχουν την τάση να υπερεκτιμούν τις νέες τεχνολογίες, τις «πρωτοποριακές» μεθόδους, τις εναλλακτικές προσεγγίσεις, συνηθέστατα πανάκριβα προϊόντα marketing, και να απορρίπτουν παλαιότερες, δοκιμασμένες και τεκμηριωμένες, αναφορικώς με την αποτελεσματικότητα και ασφάλειά τους μεθόδους και διαδικασίες, που φυσικά είναι πολύ οικονομικότερες.

Μεγάλο πρόβλημα είναι ο φόβος του ιατρού για την πιθανή δίωξή του από ασθενή ή το περιβάλλον του.  Ο φόβος αυτός δημιουργεί μια απίστευτα άσχημη κατάσταση, η οποία ορίζεται ως «αμυντική ιατρική».  Ο ιατρός δεν ενεργεί με μοναδικό γνώμονα τους νόμους της τέχνης και τους κανόνες της επιστήμης, ως οφείλει, αλλά σκεπτόμενος πιθανή κατηγορία και δίωξη, λόγω κακής έκβασης.  Αυτό τον ωθεί είτε να μην είναι πολύ «επιθετικός», όπου χρειάζεται (αποφυγή επεμβάσεων), είτε να αποφεύγει την εμπλοκή του σε καταστάσεις που θεωρεί υψηλού κινδύνου.  Με τον τρόπο αυτό, ενδέχεται κανείς να μη χειρουργεί κάποιον καρκινοπαθή που έχει πρόβλημα με την καρδιά του, ή έναν στεφανιαίο που εμφανίζει προβλήματα από τα νεφρά ή το ήπαρ του, λόγω αυξημένου κινδύνου επιπλοκών.  Ο ασθενής αυτός λοιπόν μπορεί να καταλήξει, λόγω «αδιαφορίας» στο να τον αναλάβει κάποιος ιατρός, προκειμένου να αποφύγει δικαστικές διαμάχες, σε περίπτωση εμφάνισης ανεπιθύμητου συμβάματος.

Θεωρώ ότι πολύ σημαντική παράμετρος είναι η εμπιστοσύνη στον ιατρό και η θεραπευτική ισχύς της ίδιας αυτής σχέσης.  Ο ασθενής χρειάζεται χρόνο για να εμπιστευτεί τον ιατρό του, αλλά στη συνέχεια πρέπει να δείχνει σεβασμό στη γνώμη και την ικανότητά του, αναγνωρίζοντας φυσικά την πιθανότητα της εμφάνισης τυπικής επιπλοκής ή και λάθους, το οποίο όμως δεν θα προκύπτει από αδιαφορία ή αμέλεια του ιατρού.  Σημαντική παράμετρος στη σχέση αυτή είναι η οικονομική διάστασή της.  Αν δηλαδή ο ιατρός είναι αρκετά επεξηγηματικός και ειλικρινής σε σχέση με την κατάσταση, αν είναι «παρών» όταν απαιτείται και δεν αδιαφορεί στις ανάγκες του ασθενούς, και, αν φυσικά δεν υπάρχει μια άδικη, υπερβολική ή/και εκβιαστική απαίτηση, ο ασθενής θα πρέπει να αντιλαμβάνεται τη θέση του θεραπευτή του.

Όσον αφορά στους ρευματοπαθείς ειδικότερα, είναι πολύ σημαντική η έγκαιρη διάγνωση.  Σε περίπτωση καθυστέρησης της διάγνωσης, καθυστερεί και η θεραπεία, με αποτέλεσμα εμφάνιση παραμορφώσεων και αναπηρίας (ρευματοειδής αρθρίτιδα) ή σε άλλες περιπτώσεις βλάβες σημαντικών οργάνων (συστηματικός ερυθηματώδης λύκος).

Καθυστέρηση της διάγνωσης όμως ενδέχεται να μην οφείλεται στον ιατρό αλλά στον ίδιο τον ασθενή.  Αυτό προκύπτει από λάθος επιλογή ειδικότητας (συχνά πόνοι στις αρθρώσεις οδηγούν σε ορθοπεδικό και όχι ρευματολόγο), αλλά το ορθότερο θα ήταν ο πολίτης να παρακολουθείται από τον οικογενειακό ιατρό του και σε περίπτωση εμφάνισης ρευματικού συμπτώματος και εργαστηριακής επαλήθευσης να παραπέμπεται άμεσα σε δευτεροβάθμιο ή τριτοβάθμιο επίπεδο περίθαλψης. Συμβουλές από γείτονες, φίλους ή ακόμα και ιατρούς σε κοινωνικές εκδηλώσεις, πρέπει να αποφεύγονται.  Η ιατρική πρακτική χρειάζεται ορθές συνθήκες, γνώσεις, δεξιότητες, εργαλεία και φυσικά χρόνο και δυνατότητα εξέτασης του πάσχοντος.

Επίσης η θεραπεία που ακολουθεί μια ορθή διάγνωση, πρέπει να είναι λογική και τεκμηριωμένη και πλήρως κατανοητή προς τον ασθενή, με συνεχή επίβλεψη και οδηγίες του θεράποντος.  Αν αυτό υπάρχει τότε πιθανές αστοχίες θα διορθώνονται άμεσα και δεν θα φθάνει ένα μικρό λάθος του ιατρού να προκαλέσει μεγάλη βλάβη στον θεραπευόμενο.

Λάθη λοιπόν μπορεί να συμβούν και από τις δύο πλευρές σε μια θεραπευτική σχέση και φυσικά μπορεί να στοιχίσουν πολύ στον θεραπευόμενο, αλλά το ίδιο μπορεί να στοιχίσουν και στον θεραπευτή, που σε κάθε «εργασία» του μπορεί να κινδυνεύει η επαγγελματική υπόληψή και επάρκειά του.»