Αρχική Ενδοκρινολόγος Εμμηνόπαυση και αλλαγή του μεταβολισμού

Εμμηνόπαυση και αλλαγή του μεταβολισμού

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Η εμμηνόπαυση, ένα φυσιολογικό βιολογικό φαινόμενο που αφορά όλες τις γυναίκες, είναι η περίοδος της ζωής μετά την τελευταία έμμηνο ρύση, που χαρακτηρίζεται από μόνιμη έκπτωση της λειτουργίας των ωοθηκών. Με την αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης συνάγεται ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού θα ζήσει 30–35 χρόνια σε εμμηνοπαυσιακή κατάσταση.Η διακοπή της ωοθηκικής λειτουργίας συνεπάγεται την εμφάνιση συμπτωμάτων και επιπλοκών, που διακρίνονται σε πρώιμα και απώτερα. Στα πρώτα περιλαμβάνονται οι αγγειοκινητικές διαταραχές, διαταραχές του ύπνου και της ψυχικής διάθεσης και συμπτώματα από το ουροποιογεννητικό σύστημα

.

 

Απώτερες επιπλοκές της εμμηνόπαυσης, μεταξύ άλλων, είναι η εμφάνιση ορισμένων νόσων, όπως ο διηθητικός καρκίνος του μαστού και η οστεοπόρωση που παρουσιάζουν ραγδαία αύξηση.

Επομένως, είναι σημαντικό για τις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες να γνωρίζουν τους σοβαρούς αυτούς κινδύνους και να έχουν θεραπευτικές επιλογές, ώστε να τους αντιμετωπίσουν.

Η οστεοπόρωση είναι μείζων παράγων, που συμβάλλει στην αυξημένη νοσηρότητα και θνητότητα των μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών. Η ηλικία είναι ένας ακόμη σημαντικός παράγων κινδύνου, που σχετίζεται με την οστεοπόρωση. Σύμφωνα με το Εθνικό Ίδρυμα για την Οστεοπόρωση των Η.Π.Α. περίπου το 55% των ατόμων, που πάσχουν από οστεοπόρωση είναι ηλικίας 50 ετών και άνω.

Αν και τα ακριβή αίτια για τον καρκίνο του μαστού δεν είναι γνωστά, ορισμένοι παράγοντες κινδύνου, που σχετίζονται με τη νόσο είναι: η ηλικία, το οικογενειακό ιστορικό, το ατομικό ιστορικό καρκίνου του μαστού, η γενετική προδιάθεση και ο τρόπος ζωής.  Η αυξημένη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου του μαστού με την πάροδο της ηλικίας στις γυναίκες είναι σημαντική, καθώς περίπου τα 8 στα 10 περιστατικά καρκίνου του μαστού παρατηρούνται σε γυναίκες ηλικίας 50 ετών και άνω. O καρκίνος του μαστού προσβάλλει περισσότερες από 211.000 γυναίκες ετησίως στις Η.Π.Α. και είναι ο δεύτερος σε θνησιμότητα καρκίνος στις γυναίκες.

Λόγω των δεδομένων αυτών, τα τελευταία χρόνια το ενδιαφέρον εστιάζεται στους εκλεκτικούς ρυθμιστές των οιστρογονικών υποδοχέων (Selective Estrogen Receptor Modulators, SERMs). Οι SERMs είναι ουσίες, που μιμούνται μερικές από τις δράσεις των οιστρογόνων και αποτελούν μέγιστο επίτευγμα της φαρμακολογίας με ενδιαφέρουσες προοπτικές στην κλινική πράξη. Η ραλοξιφαίνη, που ανήκει στην κατηγορία των SERM’s, είναι ένα φάρμακο, που χρησιμοποιείται για την πρόληψη και θεραπεία της μετεμμηνοπαυσιακής οστεοπόρωσης και είναι παράλληλα και ένα ισχυρό όπλο για τη μάχη εναντίον της μάστιγας του καρκίνου του μαστού.

Ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων των Η.Π.Α. (FDA) ενέκρινε την Ραλοξιφαίνη για τη μείωση του κινδύνου διηθητικού καρκίνου του μαστού σε δύο πληθυσμούς:

  • τις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες σε υψηλό κίνδυνο για διηθητικό καρκίνο του μαστού και
  • τις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση

Η απόφαση του FDA αποτελεί ορόσημο. Για πρώτη φορά, οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες έχουν μια θεραπευτική επιλογή, που μπορεί να συντελέσει στην αντιμετώπιση δύο κύριων απειλών για την υγεία τους:  την οστεοπόρωση και το διηθητικό καρκίνο του μαστού.

Η Ραλοξιφαίνης λοιπόν, δίνει στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, που βρίσκονται σε κίνδυνο για  διηθητικό καρκίνο του μαστού μία σημαντική νέα θεραπευτική επιλογή, η οποία τους επιτρέπει να έχουν ενεργό προσέγγιση στη μείωση του ατομικού τους κινδύνου.

Τα αποτελέσματα από τη συνολική έρευνα του φαρμάκου είναι πολύ ελπιδοφόρα, γιατί φαίνεται ότι η ραλοξιφαίνη μπορεί ταυτόχρονα να προστατεύει από δύο σοβαρά προβλήματα, που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, την οστεοπόρωση και τον καρκίνο του μαστού.

Επίσης, όπως ήδη είχε αποδειχθεί από δεδομένα κλινικών μελετών, η ραλοξιφαίνη:

  • Προλαμβάνει – αναστέλλει την οστική απώλεια.
  • Μειώνει τον κίνδυνο κατάγματος γρήγορα και σημαντικά.
  • Διατηρεί φυσιολογική την ποιότητα του οστού, καθώς δεν προκαλεί υπερβολική καταστολή στα οστικά κύτταρα, που είναι υπεύθυνα για τη συνεχή ανανέωση του σκελετού.

 

 

 

Γιώργος Τροβάς

Ενδοκρινολόγος Εγαστηρίου έρευνας παθήσεων μυοσκελετικού συστήματος ‘Θ. Γαροφαλίδης’ Πανεπιστημίου Αθηνών – Νοσοκομείου ΚΑΤ.

Rate it