Αρχική Γυναικολόγος To σεξ είναι δικαίωμα στην εμμηνόπαυση μην παραβλέπεις την κολπική ατροφία

To σεξ είναι δικαίωμα στην εμμηνόπαυση μην παραβλέπεις την κολπική ατροφία

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Είναι το σεξ ταμπού για την γυναίκα στην εμμηνοπαυσιακή εποχή; Ισως όχι ίσως όμως είναι και το τελευταίο που σκέφτεται μέσα στα πολλαπλά προβλήματά της και σίγουρα πολύ δύσκολα θα ζητήσει βοήθεια από ένα ειδικό γιατρό. Κι όμως η λύση είναι απλή με οιστραδιόλη μπορεί να λύσει το πρόβλημα της κολπικής ατροφίας ή ακόμα και την διέγερσης των κολπικών κυττάρων με λέηζερ ανώδυνα χωρίς αναισθησία στο ιατρεία και σε συνεδρίες των 5 ή 6 λεπτών.

Στην Ελλάδα του σήμερα, με όλες τις δυσκολίες που περνάει υπολογίζεται ότι το 2020 οι γυναίκες στην εμμηνόπαυση θα είναι 2.800.000 (26,6% του πληθυσμού)
Σύμφωνα με μεγάλες στατιστικές μελέτες το 50% περίπου (1.400.000) θα παρουσιάσει μέτρια έως σοβαρά συμπτώματα του ουρογεννητικού συνδρόμου. Από τις συμπτωματικές γυναίκες θα επισκεφθεί το γιατρό για βοήθεια και θεραπεία το 5-10%, δηλ. περίπου 140.000 – 210.000 γυναίκες.
Αυτές οι γυναίκες ίσως και περισσότερες χρειάζονται ενημέρωση για να φύγουν τα ταμπού και οι προκαταλήψεις για να έλθουν χωρίς επιφυλάξεις και να δώσουμε ιατρική βοήθεια.
Είναι οι ηλικίες της σεξουαλικής επανάστασης στα νιάτα τους και τώρα στην τρίτη ηλικία θα πρέπει να γκρεμίσουν το τείχος της μυστικότητας, να συζητήσουν, να ενημερωθούν για την ουρογεννητική υγεία τους και την ποιότητα της ζωής τους, με όφελος του στενού και ευρύτερου περιβάλλοντος των.

Στην εμμηνό παυση η μεγάλη ελάττωση – ανεπάρκεια των οιστρογόνων προκαλεί ατροφία του κολπικού βλεννογόνου, του κολπικού τοιχώματος και των έξω γεννητικών οργάνων. Η ουρήθρα, το τρίγωνο της ουροδόχου κύστεως μεταξύ της εκβολής των ουρητήρων, οι λειτουργικοί μύες της ούρησης, λόγω της κοινής εμβρυολογικής προέλευσης με τον κόλπο, υφίστανται τις ίδιες ατροφικές μεταβολές. Αποτέλεσμα είναι η εμφάνιση συμπτωμάτων τα οποία εμφανίζονται μετά την «αλλαγή της ζωής» της γυναίκας (εμμηνόπαυση).
Τα συμπτώματα αυτά επιδεινώνονται με την πάροδο του χρόνου και ενώ δεν είναι απειλητικά για τη ζωή της γυναίκας, εν τούτοις διαταράσσουν σοβαρά την προσωπική, οικογενειακή της ζωή και κατ’ επέκταση τις διαπροσωπικές της σχέσεις.
Παρουσιάζεται τουλάχιστον ένα σύμπτωμα κολπικής ατροφίας στο 65-70% των εμμηνοπαυσιακών γυναικών, στο 50% τα συμπτώματα, μέτρια έως σοβαρά, αυτά επιδρούν αρνητικά στη σεξουαλική ζωή, στην καθημερινή ενασχόληση και στην ποιότητα ζωής της.
Παρά την υψηλή συχνότητα εμφάνισης ΜΟΝΟ 5 – 10% των εμμηνοπαυσιακών γυναικών επιζητούν ιατρική βοήθεια. Τα αίτια αυτής της χαμηλής προσέλευσης είναι τα κοινωνικά και θρησκευτικά ταμπού για τη φροντίδα του «μήλου της Εύας» στην τρίτη ηλικία, η αντίληψη ότι η ατροφία είναι αποτέλεσμα της γήρανσης και όχι των ορμονικών μεταβολών της εμμηνόπαυσης, ότι δεν είναι δυνατό να αντιμετωπισθεί θεραπευτικά, θεωρεί η γυναίκα ότι είναι δικό της «κρυφό» θέμα που δεν επιθυμεί να το συζητήσει με το γιατρό, να το κοινοποιήσει.

Η κολπική χορήγηση εξαιρετικά χαμηλής δόσης οιστριόλης αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τα συμπτώματα της κολπικής ατροφίας μετά την εμμηνόπαυση τόνισαν όλοι οι ομιλητές κατά τη διάρκεια Συνέντευξης Τύπου, που πραγματοποιήθηκε με αφορμή σχετική επιστημονική εκδήλωση της Α Παν. Γυναικολογικής- Μαιευτικής Κλινικής του ΕΚΠΑ.

Σύμφωνα με αποτελέσματα διπλής – τυφλής τυχαιοποιημένης μελέτης που πραγματοποιήθηκε σε 167 γυναίκες, η κολπική χορήγηση εξαιρετικά χαμηλής δόσης, 0,005% γέλης οιστριόλης, ήταν εξαιρετικά αποτελεσματική στην αντιμετώπιση των σημείων και συμπτωμάτων της κολπικής ατροφίας σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, μετά από 12 εβδομάδες θεραπείας. Το κλινικό όφελος συνίστατο στη βελτίωση όλων των παραμέτρων που μελετήθηκαν, ειδικότερα στη σημαντική βελτίωση του δείκτη ωρίμανσης του κολπικού επιθηλίου, στη μείωση του κολπικού pH και στη μείωση του δείκτη των συνολικών συμπτωμάτων και της ποιότητας ζωής των γυναικών, όπως επεσήμανε η Δρ. Elena Castellanos MD, PhD., Μαιευτήρας-Γυναικολόγος, Κέντρο Medico Teknon, Βαρκελώνη.

Η οιστριόλη ασκεί τις φαρμακολογικές και βιολογικές της επιδράσεις μέσω της δράσης της στους υποδοχείς οιστρογόνων, η δε ασφάλειά της οφείλεται στο γεγονός ότι η οιστριόλη έχει υψηλή συγγένεια σύνδεσης με τους υποδοχείς οιστρογόνων στον ιστό της ουροδόχου κύστης και του κόλπου και σχετικά χαμηλή συγγένεια σύνδεσης με τους υποδοχείς οιστρογόνων του ιστού του ενδομητρίου και των μαστών. Επίσης, η οιστρογονική ισχύς της είναι 80 φορές μικρότερη από αυτήν της οιστραδιόλης, με αποτέλεσμα το σύντομο χρόνο παραμονής της οιστριόλης στον πυρήνα των κυττάρων του ενδομητρίου, τη χαμηλή συγγένεια με τις πρωτεΐνες του πλάσματος και την ταχεία αποβολή της, καθώς και την ελάχιστη συστηματική έκθεση – δεν παρουσιάζει καμία δράση στο ενδομήτριο και στο μαστό.

Η Διεθνής Εταιρεία Εμμηνόπαυσης, όπως τόνισε ο κος Νικ. Γουλαμάτσος, Μαιευτήρας- Γυναικολόγος, Δ/ντής ΕΣΥ, ΓΝΑ «Αλεξάνδρα» , ήδη από τα έτη 2007 και 2009, προχώρησε σε μια αναθεώρηση των μελετών και σχετικών οδηγιών, κατέληξε δε σε νέες Κατευθυντήριες Οδηγίες, οι οποίες δημοσιεύτηκαν το 2013, σε μια προσπάθεια να υπάρξει μια ισορροπημένη προσέγγιση και ερμηνεία όλων των επιστημονικών δεδομένων σχετικά με την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων μετά την εμμηνόπαυση. Σύμφωνα μάλιστα με αυτές τις πιο πρόσφατες Διεθνείς Συστάσεις και Κατευθυντήριες Οδηγίες (Βόρειο-Αμερικάνικη Εταιρεία Εμμηνόπαυσης (NAMS) και Διεθνής Εταιρεία Εμμηνόπαυσης (IMS) το 2013), για τη θεραπεία της κολπικής ατροφίας θα πρέπει να προτιμάται η τοπική θεραπεία με οιστρογόνα στη χαμηλότερη δόση και συχνότητα. Οι στόχοι της θεραπείας θα πρέπει να αποσκοπούν στην ανακούφιση από τα συμπτώματα, στην ανάκτηση της φυσιολογίας του ουρογεννητικού συστήματος, στον περιορισμό της διέγερσης του ενδομητρίου και των συστηματικών αποτελεσμάτων.

Η εμμηνόπαυση, διευκρίνισε για μια ακόμα φορά, ο καθηγητής Μαιευτικής Γυναικολογίας ΕΚΠΑ και Δ/ντής της Α’ Παν. Μ/Γ Κλινικής ΓΝΑ «ΑΛεξάνδρα» κος Δημ. Λουτράδης, είναι ένα φυσιολογικό φαινόμενο στη ζωή της γυναίκας, το οποίο συχνά χαρακτηρίζεται από ποικιλία συμπτωμάτων, τα οποία επιβαρύνουν την ψυχολογική της κατάσταση και επηρεάζουν σημαντικά την ποιότητα της ζωής της γυναίκας. Η μέση ηλικία της εμμηνόπαυσης είναι τα 51 έτη, ενώ το προσδόκιμο επιβίωσης των γυναικών στις Ευρωπαϊκές χώρες είναι περίπου τα 76 – 81 έτη. Συνεπώς, οι πλειοψηφία των γυναικών θα ζήσουν ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους στη μετεμμηνοπαυσιακή περίοδο. Καθίσταται λοιπόν αναγκαίο να μελετηθούν και να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης.

Rate it