Άμεση και έμμεση επίδραση στη λειτουργία της καρδιάς και των αγγείων έχει η παραθορμόνη, μια ορμόνη που ελέγχει τη ρύθμιση του ασβεστίου στον οργανισμό. Οι έρευνες των τελευταίων ετών έχουν προσθέσει στοιχεία στις μέχρι πρότινος γνώσεις μας για τις επιπλοκές που είναι πιθανό να προκαλέσουν στο καρδιαγγειακό σύστημα οι διαταραχές των παραθυρεοειδών αδένων, και συγκεκριμένα ότι μπορούν να οδηγήσουν σε υπέρταση, αρρυθμίες, καρδιακή ανεπάρκεια και επασβέστωση αγγείων και βαλβίδων. Μια πρόσφατη μελέτη, ωστόσο, δείχνει ότι η αφαίρεση των παραθυρεοειδών αδένων που δεν λειτουργούν σωστά, βελτιώνει τους παράγοντες που οδηγούν σε καρδιαγγειακές νόσους και μειώνει τη θνησιμότητα από αυτές όταν πραγματοποιείται αμέσως μετά τη διάγνωση του πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού.

Οι παραθυρεοειδείς αδένες είναι συνήθως τέσσερις και ζυγίζουν περίπου 40 γραμμάρια ο καθένας. Βρίσκονται στο πίσω μέρος του θυρεοειδή αδένα και έχουν ως ρόλο τη διατήρηση της ομοιόστασης του ασβεστίου. Δηλαδή εκκρίνουν την παραθορμόνη η οποία ρυθμίζει την απορρόφηση ασβεστίου από το λεπτό έντερο και από τα νεφρά, την απέκκριση φωσφορικού άλατος ενώ διεγείρει και τον μεταβολισμό της βιταμίνης D στην ενεργή μορφή της. Είναι ένας αυτορυθμιστικός μηχανισμός που ενεργοποιείται όταν το ασβέστιο ορού στον οργανισμό μειώνεται, ενώ όταν αυτό αυξάνεται απελευθερώνεται ασβέστιο από τα οστά. Μόλις υπάρξει επάρκεια, οι παραθυρεοειδείς αδένες επιβραδύνουν την απελευθέρωση παραθορμόνης.

«Η παθολογική υπερέκριση παραθορμόνης από ένα από τους 4 παραθυρεοειδείς αδένες (σπανιότερα και από τους 4) δημιουργεί μια σοβαρή πάθηση που λέγεται πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός», μας εξηγεί ο Καθηγητής Χειρουργικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και Διευθυντής της Χειρουργικής Κλινικής στον Όμιλο ΥΓΕΙΑ, κ. Δημήτρης Λινός.

Εκτός των άλλων σοβαρών διαταραχών στα οστά και στα νεφρά, η υπερβολική έκκριση παραθορμόνης σχετίζεται με παράδοξη αύξηση της αρτηριακής πίεσης, η οποία είναι μια γνωστή αιτία καρδιοπάθειας και θνησιμότητας. Αν και δεν είναι επαρκείς οι γνώσεις μας για την αιτία του συσχετισμού, ενδεχομένως να οφείλεται στο ότι τα αυξημένα επίπεδα προκαλούν αλλαγές στο αγγειακό ενδοθήλιο που μεταβάλλουν τις αγγειοδιασταλτικές ιδιότητες, στην απελευθέρωση κατεχολαμίνης και στην αρτηριακή απόκριση σε αυτές, στην αθηροσκληρωτική νόσο που προκαλείται από τη μακροχρόνια σοβαρή υπερασβεστιαιμία, αλλά και στην αλληλεπίδραση μεταξύ της παραθορμόνης και του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης. Οι επιστήμονες επιμένουν στην ανάγκη διενέργειας περαιτέρω μελετών, προκειμένου να διευκρινιστεί ο λόγος που η περίσσεια παραθορμόνης προκαλεί υπέρταση.

Επίσης, πολλαπλές μελέτες ανακάλυψαν ότι υπάρχει αυξημένη συσχέτιση μεταξύ πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού και υπερτροφίας της αριστερής κοιλίας, η οποία είναι ένας σημαντικός παράγοντας καρδιακής νοσηρότητας και θνησιμότητας, όπως άλλωστε και η καρδιακή ανεπάρκεια, για την οποία υπάρχουν και αρκετές ενδείξεις ότι τα αυξημένα επίπεδα παραθορμόνης είναι ένας ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου. Η σχέση μπορεί να αποδοθεί στις άμεσες επιδράσεις της ορμόνης στα καρδιακά μυοκύτταρα, ενδοθηλιακά κύτταρα, και αγγειακούς λείους μυς. Μερικές προοπτικές μελέτες έχουν δείξει ότι η σχέση μεταξύ παραθορμόνης και καρδιακής ανεπάρκειας είναι και χρονική και ανεξάρτητη από άλλους δείκτες μεταβολισμού ανόργανων στοιχείων, όπως τα επίπεδα ασβεστίου, φωσφορικών και βιταμίνης 25 (ΟΗ) D. Ανεξάρτητη είναι επίσης και η σχέση μεταξύ ανεπάρκειας βιταμίνης D και καρδιακής ανεπάρκειας.

Όπως σημειώνει ο κ. Λινός, ο οποίος έχει διατελέσει Πρόεδρος της Διεθνούς Εταιρείας Χειρουργών των Ενδοκρινών Αδένων, «η νόσος δεν θεραπεύεται χωρίς χειρουργική επέμβαση». Η παραθυρεοειδεκτομή έχει αποδειχθεί ότι προλαμβάνει τις συνέπειες που έχει στον οργανισμό, όπως π.χ. η οστεοπόρωση, η νεφρολιθίαση κ.ά. Τα ευρήματα και της πρόσφατης μελέτης, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nutrition, Metabolism and Cardiovascular Diseases, υποστηρίζουν ότι η αφαίρεση των δυσλειτουργικών παραθυρεοειδών μειώνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο σε ασθενείς που παρουσιάζουν την κλασική μορφή του πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η παραθυρεοειδεκτομή μειώνει την ημερήσια πίεση του αίματος, την ομοιόσταση της γλυκόζης, την αρτηριακή δυσκαμψία και τη διαστολική δυσλειτουργία.

Στον ήπιο πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό, η παραθυρεοειδεκτομή φαίνεται να έχει οριακή επίδραση στους καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου. Ωστόσο, όπως ανακάλυψαν οι ερευνητές, οι πραγματοποιημένες μελέτες είναι περιορισμένες όπως και ο αριθμός των συμμετεχόντων σε αυτές. Επισήμαναν δε ότι χρειάζονται περισσότερες μελέτες για την καλύτερη κατανόηση της επίδρασης της παραθυρεοειδεκτομής στους συγκεκριμένους ασθενείς.

«Η συνηθέστερη αιτία εμφάνισης του πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού είναι η ανάπτυξη αδενώματος (καλοήθης νόσος) σε έναν από τους παραθυρεοειδείς αδένες (80%). Σπανιότερα οφείλεται σε πρωτοπαθή υπερπλασία και των 4 παραθυρεοειδών και εξαιρετικά σπάνια σε κακοήθεια (<1%). Η χειρουργική επέμβαση είναι η ενδεδειγμένη θεραπεία για τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων με τη συγκεκριμένη νόσο. Η παραθυρεοειδεκτομή είναι μια απλή επέμβαση που χαρίζει άμεσα την ίαση στον ασθενή καθώς η παραθορμόνη πέφτει 10 λεπτά μετά την αφαίρεση του αδενώματος. Η διεγχειρητική μέτρηση της παραθορμόνης είναι μέρος της σύγχρονης αντιμετώπισης σε συνδυασμό με τις νέες τεχνικές της ελάχιστα επεμβατικής παραθυρεοειδεκτομής που έχει επιπλέον ένα θαυμάσιο αισθητικό αποτέλεσμα», τονίζει ο Καθηγητής Δ. Λινός.

Ο κ. Λινός επίσης επισημαίνει ότι «η διάγνωση του πρωτοπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού είναι βιοχημική, δηλαδή με την ανεύρεση παθολογικών τιμών στο ασβέστιο και τη παραθορμόνη του αίματος. Οι διάφορες εντοπιστικές εξετάσεις (υπερηχογράφημα, σπινθηρογράφημα) βοηθούν, αλλά ο έμπειρος χειρουργός των παραθυρεοειδών ανακαλύπτει το παραθυρεοειδικό αδένωμα ακόμα και όταν οι εντοπιστικές εξετάσεις είναι αρνητικές».