Η δραστηριότητα της νόσησης από COVID-19 τείνει να παρουσιάζει κάποια διακύμανση ανάλογα με τις εποχές, σύμφωνα με το CDC. Η Παθολόγος, Καθηγήτρια Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και η Βιολόγος Παναγιώτα Ζαχαράκη συνοψίζουν τα κυριότερα δεδομένα. Στοιχεία από τα τέσσερα χρόνια κρουσμάτων COVID, νοσηλείας και θανάτων δείχνουν ότι o COVID-19 έχει χειμερινές αιχμές (πιο πρόσφατα στα τέλη Δεκεμβρίου 2023 και αρχές Ιανουαρίου 2024), αλλά και καλοκαιρινές αιχμές (πιο πρόσφατα τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 2023). Ενώ η γρίπη και ο αναπνευστικός συγκυτιακός ιός (RSV) έχουν μια γενικά καθορισμένη εποχικότητα φθινοπώρου-χειμώνα και κυκλοφορούν σε χαμηλά επίπεδα το καλοκαίρι, σημαντική δραστηριότητα  COVID εμφανίζεται και σε άλλες περιόδους του έτους.

Αυτή η κατανόηση της εποχικότητας  βοηθά στην καλύτερη προσαρμογή των στρατηγικών πρόληψης και των συστάσεων για τη δημόσια υγεία, την προετοιμασία του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης και την κατανομή των  πόρων. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, επειδή η χειμερινή αιχμή τείνει να επικαλύπτεται με εκείνες για τη γρίπη, τον RSV και πολλούς άλλους ιούς. Η λήψη ενός επικαιροποιημένου εμβολίου για τον COVID-19 το φθινόπωρο μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη προστασία κατά τη χειμερινή αιχμή. Τα άτομα που μπορεί να ωφεληθούν από πρόσθετες δόσεις εμβολίου για τον COVID φέτος περιλαμβάνουν:

  • ηλικίες 65 ετών και άνω,
  • μέτρια ή σοβαρά ανοσοκατεσταλμένα ή με υποκείμενες ιατρικές παθήσεις,
  • που διαβιούν σε εγκαταστάσεις αυξημένης φροντίδας,
  • ανεξαρτήτως ηλικίας και που δεν έχουν λάβει ποτέ εμβόλιο κατά του COVID-19 και
  • που βρίσκονται σε εγκυμοσύνη ειδικά στο τελευταίο τρίμηνο.

Η Συμβουλευτική Επιτροπή για τις Πρακτικές Εμβολιασμού (ACIP) του CDC συνεδρίασε στις 27 Ιουνίου και συνέστησε στα άτομα ηλικίας ≥ 6 μηνών να λάβουν τα εμβόλια 2024–2025 για τον COVID-19 όταν γίνουν διαθέσιμα αυτό το φθινόπωρο. Ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ επέλεξε πρόσφατα στελέχη για το εμβόλιο με βάση τις τρέχουσες κυκλοφορούσες υποπαραλλαγές.

Αυτές οι νέες υποπαραλλαγές επηρεάζουν τα μοτίβα δραστηριότητας του COVID-19, αφού γενικά η εμφάνιση νέων υποπαραλλαγών έχει συσχετιστεί με αύξηση του μεγέθους των χειμερινών αιχμών και εμφάνιση πρόσθετων κορυφών σε άλλες εποχές του έτους. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, νέες υποπαραλλαγές, όπως η Delta και η Omicron, συνέβαλαν σε αρκετές κορυφές.

Ειδικότερα, αρκετές αξιοσημείωτες επιδημιολογικές αιχμές συσχετίστηκαν με την εμφάνιση νέων υποπαραλλαγών που επικράτησαν (>50%) το καλοκαίρι του 2021 (Δέλτα), το χειμώνα του 2022 (Omicron BA.1.1.529), το καλοκαίρι του 2022 (Omicron BA.5) και το χειμώνα του 2024 (Omicron BA.2.86).

Τον περασμένο χειμώνα, ο COVID-19 κορυφώθηκε στις αρχές Ιανουαρίου, μειώθηκε ραγδαία τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο και μέχρι τον Μάιο του 2024 ήταν χαμηλότερος από κάθε άλλο σημείο, αρχίζοντας από τον Μάρτιο του 2020. Τις τελευταίες εβδομάδες, συστήματα επιτήρησης έχουν δείξει αυξήσεις στον COVID- 19 στις ΗΠΑ και Ευρώπη. Κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών είναι πιθανές εκτεταμένες καθώς και τοπικές αυξήσεις. Αν και δεν υπάρχει πανδημία κορωνοϊού, ο ιός αυτός εξακολουθεί να συνδέεται με εκατομμύρια νοσηλείες και χιλιάδες θανάτους παγκοσμίως και μπορεί να οδηγήσει σε μακροχρόνιο COVID. (σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα δεδομένα του Ιουνίου 2024 σε δημοσίευση στο JAMA, περίπου το 7% των Αμερικάνων διαγνώσθηκαν με μακροχρόνιο COVID)

Η αύξηση αυτή οφείλεται κυρίως στα νέα χαρακτηριστικά των υποπαραλλαγών SARS-CoV-2 KP.3, LB.1 και KP.2.3, σύμφωνα με το διεθνές έγκριτο περιοδικό the Lancet.

Η υποπαραλλαγή SARS-CoV-2 JN.1 (BA.2.86.1.1) είχε κυριαρχήσει έναντι των σειρών XBB στις αρχές του 2024. Ακολούθησαν οι υποπαραλλαγές KP.2 και KP.3, με επιπλέον υποκαταστάσεις πρωτεϊνών ακίδας. Από τον Ιούνιο του 2024, υποπαραλλαγές όπως οι LB.1 και KP.2.3, που συγκλίνουν στη διαγραφή της 31ης θέσης στο S (Ser31del), άρχισαν να εξαπλώνονται. Ο σχετικός αριθμός αποτελεσματικής αναπαραγωγής (Re) των KP.3, LB.1 και KP.2.3 έδειξε ότι αυτές οι παραλλαγές θα εξαπλωθούν παγκοσμίως, εκτός από την KP.2.2. Ιολογικά και ανοσολογικά πειράματα έδειξαν ότι οι υποπαραλλαγές JN.1, συμπεριλαμβανομένων των KP.2 και KP.3, έχουν αυξημένη ανοσοδιαφυγή και Re συγκριτικά με το γονικό JN.1. Οι LB.1 και KP.2.3, με τη διαγραφή Ser31del, έδειξαν υψηλότερη μολυσματικότητα και ισχυρότερη ανοσολογική αντίσταση από την KP.2. Αυτά τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι το Ser31del είναι κρίσιμο για την αυξημένη μολυσματικότητα και ανοσοδιαφυγή. Η συνεχής παρακολούθηση των υποπαραλλαγών με Ser31del και η αξιολόγηση των επιπτώσεών τους είναι απαραίτητη για τον μελλοντικό προγραμματισμό έναντι του κορωνοϊού

#########