• Οι πολιτικές των μνημονίων είχαν αρνητική επίδραση στο επίπεδο υγείας του ελληνικού πληθυσμού
• Η μετακύλιση του κόστους στους ασθενείς οδήγησε σε αύξηση των καταστροφικών δαπανών υγείας για τα ελληνικά νοικοκυριά
• Χωρίς αλλαγή στρατηγικής, η βιωσιμότητα του Συστήματος Υγείας στο μέλλον εξαρτάται από την οικονομική αντοχή των παρόχων και των ασθενών
• Απαιτείται εφαρμογή μεταρρυθμίσεων όπως προβλέπονται από το Ταμείο Ανάκαμψης (ΤΑΑ), με συνεργασία κράτους-ασθενών-ακαδημίας-βιομηχανίας σε ένα πλαίσιο επίτευξης αποδοτικότητας, βιωσιμότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης και συνυπευθυνότητας
Παρουσιάστηκε από τον Καθηγητή Οικονομικών της Υγείας και Πρόεδρο του ΙΠΟΚΕ (Ινστιτούτο Πολιτικών Οικονομικών και Κοινωνικών Eρευνών), κ. Ι. Υφαντόπουλο η έρευνα «Φαρμακευτικές πολιτικές και αποτίμηση της αποδοτικότητας του Συστήματος Υγείας την περίοδο των μνημονίων», η οποία είχε σκοπό να διερευνήσει τις κοινωνικές ανισότητες ως απότοκο του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου στην Ελλάδα, δίνοντας έμφαση στην επίπτωση των μεταρρυθμίσεων στον φαρμακευτικό κλάδο την περίοδο της κρίσης.

Το πλέον σημαντικό είναι ότι η κατάθλιψη και το άγχος μαζί με τα φάρμακα που τα αφορούν τριπλασιάστηκαν στην Ελλάδα της κρίσης και της καραντίνας.
Η Ελλάδα έχει σήμερα την ιστορική ευκαιρία να προχωρήσει σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις μέσα από τη χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (TAA) μπαίνοντας σε μία περίοδο ανάκαμψης. Το πρόγραμμα «Ελλάδα 2.0» περιλαμβάνει ένα σύνολο 58 μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων μέχρι το 2026 κινητοποιώντας ιδιωτικούς πόρους σε τέσσερις (4) βασικούς πυλώνες.

Στον τομέα της υγείας προβλέπονται πρωτοβουλίες σχετικά με την σταδιακή μείωση του clawback και τον συμψηφισμό του με ερευνητικές & επενδυτικές δαπάνες, την μεταρρύθμιση της πρωτοβάθμιας υγειονομικής περίθαλψης και την παροχή ποιοτικότερων υπηρεσιών υγείας, τον ψηφιακό μετασχηματισμό, τον εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού στα νοσοκομεία /κέντρα υγείας, τον επαναπροσανατολισμό των υπηρεσιών υγείας προς την πρόληψη & έγκαιρη διάγνωση των ασθενειών με το πρόγραμμα «Σπύρος Δοξιάδης» και την αναβάθμιση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας.
Επομένως, είναι κομβικής σημασίας να οικοδομηθεί ένα πλαίσιο αποτελεσματικών και αποδοτικών πολιτικών για ένα βιώσιμο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης.

Η έρευνα του Καθηγητή Υφαντόπουλου συμβάλλει στην κατανόηση του πλαισίου πολιτικής για την υγειονομική περίθαλψη, ειδικά όσον αφορά τα μέτρα που λήφθηκαν κατά τις εποχές των μνημονίων για να θέσει τα θεμέλια για αποτελεσματικές και στοχευμένες πολιτικές υγείας στην νέα περίοδο του TAA.
Από το 2010 μέχρι και σήμερα, η εφαρμογή των αυστηρών Ευρωπαϊκών δημοσιονομικών μέτρων που συμφωνήθηκαν στα πλαίσια των τριών (3) μνημονίων σε συνδυασμό με την γενικότερη οικονομική κρίση στην Ελλάδα οδήγησαν στη δραματική μείωση του ΑΕΠ. Στον τομέα της υγείας καταγράφηκε επίσης σημαντική μείωση των συνολικών και δημόσιων δαπανών υγείας μέσω μέτρων συγκράτησης κόστους.

H μείωση αυτή όμως επηρέασε αρνητικά το επίπεδο υγείας του πληθυσμού όσον αφορά τόσο το προσδόκιμο επιβίωσης όσο και τα έτη υγιούς επιβίωσης. Το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα αυξήθηκε με βραδύτερο ρυθμό από ό, τι σε πολλές χώρες της ΕΕ μεταξύ 2000-2017 . Η βρεφική θνησιμότητα ενώ παρέμεινε για πολλά χρόνια σε χαμηλότερα επίπεδα από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο, κατά την περίοδο της κρίσης αυξήθηκε σημαντικά ξεπερνώντας τον μέσο όρο των Κρατών Μελών της Ε.Ε.28. Σε αντίθεση με τις τάσεις άλλων χωρών, η εξέλιξη του ΑΕΠ στην Ελλάδα δεν φαίνεται να σχετίζεται με την ανάπτυξη της φαρμακευτικής δαπάνης, με την τελευταία να αποκτά μεγαλύτερη επίδραση στην υγεία.

Η Ελλάδα παρουσιάζει μία διαφορετική εικόνα, καθώς είναι η μοναδική χώρα που η μείωση της κατά κεφαλήν φαρμακευτικής δαπάνης οδήγησε το προσδόκιμο επιβίωσης «προς τα πίσω». Επίσης, όσον αφορά τα έτη υγιούς επιβίωσης, κατά την περίοδο της κρίσης (2005-2016) οι Έλληνες φαίνεται να έχασαν συνολικά 3,4 έτη υγιούς επιβίωσης1, με τα άτομα της ηλικίας των 65 ετών να προσδοκούν 2 έτη υγιούς επιβίωσης λιγότερα συγκριτικά με τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο ετών υγιούς επιβίωσης.

Η δραματική μείωση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης και εν γένει τα μέτρα συγκράτησης του κόστους αποτέλεσαν των πυρήνα των πολιτικών υγείας. Λήφθηκαν 177 μέτρα φαρμακευτικής πολιτικής με το 80% αυτών να επικεντρώνονται στη συγκράτηση του κόστους. Ως αποτέλεσμα αυτών η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που δεν συμβαδίζει με την πορεία άλλων Ευρωπαϊκών χωρών, σημειώνοντας έναν από τους υψηλότερους δείκτες μεγέθυνσης την 2000-2009 και έναν από τους χαμηλότερους την περίοδο 2009-2015.

Ένα σημαντικό ποιοτικό χαρακτηριστικό των μέτρων αυτών αποτέλεσε η μετακύλιση των δημοσίων δαπανών προς τους ασθενείς και τη βιομηχανία, παρατηρώντας ότι από το 2012 έως το 2020 η συμμετοχή του δημοσίου τομέα στη χρηματοδότηση μειώθηκε από το 81% στο 51% με παράλληλη αύξηση της συμμετοχής των ασθενών από το 12% στο 16% και της βιομηχανίας από το 6% στο 33% .

Η μετακύλιση αυτή οδήγησε σε μία δραματικά ανοδική τάση των νοικοκυριών που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας μέσα σε μία δεκαετία. Μάλιστα, ο αριθμός των νοικοκυριών που υπέφεραν από καταστροφικές δαπάνες τριπλασιάστηκε μεταξύ 2008-2018 επιδεινώνοντας τις κοινωνικές ανισότητες του πληθυσμού.

Παράλληλα, στον τομέα της νοσοκομειακής διαχείρισης παρατηρήθηκε μείωση της αποδοτικότητας των νοσοκομείων μετά το 2015 με παράλληλη μείωση του αριθμού των γιατρών κατά 44% ή του αριθμού των διαθέσιμων κλινών ανά νοσοκομείο κατά 9%. Αξίζει να σημειωθεί ότι η καθοδική αυτή πορεία συμπίπτει με την επέκταση του clawback στον νοσοκομειακό τομέα το 2016.

Όσον αφορά την διαχείριση του φαρμακευτικού προϋπολογισμού, οι μηχανισμοί επιστροφών, όπως το rebate και το clawback έχουν αυξηθεί εκθετικά. Η μείωση κατά 60% του δημόσιου προϋπολογισμού στην εξωνοσοκομειακή αγορά έχει οδηγήσει σε επιβάρυνση της φαρμακευτικής βιομηχανίας κατά 264% και στη νοσοκομειακή αγορά η μείωση του δημόσιου προϋπολογισμού κατά 44% κατά την περίοδο 2015-2019 είχε σαν αποτέλεσμα τη συνολική αύξηση της αγοράς και την εκθετική αύξηση της συνεισφοράς της βιομηχανίας από 260 εκ. το 2016 σε 483 εκ. το 2019 .

Σύμφωνα με τις προβλέψεις της έρευνας, ο κ. Καθηγητής Υφαντόπουλος επεσήμανε ότι εάν συνεχιστεί αυτό το «φαινόμενο υποκατάστασης», υπάρχει κίνδυνος η φαρμακευτική περίθαλψη να μην είναι βιώσιμη, με τη συμβολή των clawback & rebates να είναι μεγαλύτερη από αυτήν του κράτους μέχρι το 2024.

Η Ελλάδα ήδη αποτελεί τη χώρα με το υψηλότερο clawback πανευρωπαϊκά – 27.3% έναντι του μέσου ευρωπαϊκού όρου 8.6% – υιοθετώντας μη αποδοτικές πολιτικές χρηματοδότησης της φαρμακευτικής περίθαλψης. Η παρούσα κατάσταση καταδεικνύει ότι οι μηχανισμοί επιστροφών μέσω του clawback αποτελούν πλέον χρηματοδοτικό μηχανισμό της φαρμακευτικής δαπάνης χωρίς κίνητρα εξορθολογισμού και σύνδεση της κατανάλωσης με τα αποτελέσματα στην υγεία.

Ο κ. Καθηγητής Υφαντοπουλος επεσήμανε ότι για να απομακρυνθεί η χώρα από αυτές τις στρεβλώσεις απαιτείται εφαρμογή μεταρρυθμίσεων με συνεργασία κράτους-ασθενών-ακαδημίας-βιομηχανίας σε ένα πλαίσιο επίτευξης αποδοτικότητας, βιωσιμότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης και συνυπευθυνότητας. Ο προβλεπόμενος προϋπολογισμός για την υγεία θα πρέπει να σχεδιάζεται με τέτοιο τρόπο ώστε να καλύπτει παρούσες και μελλοντικές ανάγκες του πληθυσμού με επανασχεδιασμός του μηχανισμού αυτόματων επιστροφών και χωρίς μετακύλιση του κόστους. Θα πρέπει να παρέχονται κίνητρα σε όλα τα συνεργαζόμενα μέρη για την αύξηση της αποδοτικότητας και μείωση της υπερβάλλουσας φαρμακευτικής δαπάνης με παράλληλο εξορθολογισμό της ζήτησης στον νοσοκομειακό και μετανοσοκομειακό τομέα. Τέλος, είναι πολύ σημαντικό να καλλιεργηθεί ορθολογική οικονομική συμπεριφορά τόσο από τους ασθενείς όσο και από τους γιατρούς.

Από την πλευρά του ο κύριος Ν. Δέδες, Γενικός Γραμματέας Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Ασθενών Ελλάδος, ιδρυτής και πρόεδρος του Συλλόγου Οροθετικών Ελλάδας «Θετική Φωνή» σημείωσε ότι πέρα από τη μετακύλιση του κόστους που αναμφισβήτητα επιβάρυνε οικονομικά τους ασθενείς κατά τη διάρκεια της κρίσης λόγω των μέτρων συγκράτησης το εύρημα της μελέτης για την όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων έχει εξαιρετικά ενδιαφέρον.

Ο κ. Δέδες επεσήμανε ότι η συμμετοχή των ασθενών στη διαμόρφωση των πολιτικών υγείας αποτελεί πάγιο αίτημα τους, καθώς έχουν ήδη καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις σε μια σειρά παρεμβάσεων όπως η αξιολόγηση Τεχνολογιών Υγείας (ΗΤΑ), τα διαγνωστικά & θεραπευτικά πρωτόκολλα, η ανάγκη του προσυμπτωματικού ελέγχου και η στήριξη των κλινικών μελετών. Οι ασθενείς και η Ένωση Ασθενών Ελλάδος ζητούν να αποκατασταθεί το θεσμικό πλαίσιο διαλόγου μεταξύ όλων των εμπλεκομένων φορέων για να καθοριστούν οι ανάγκες, οι προτεραιότητες και το πλαίσιο των παρεμβάσεων σχετικά με την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων του TAA.