Η Καλή Υγεία και Ευημερία είναι ο τρίτος από τους 17 παγκοσμίως συμφωνημένους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ ο οποίος δεσμεύει τη διεθνή κοινότητα προς την επίτευξη της καθολικής υγειονομικής περίθαλψης. Το ελληνικό κράτος, κομμάτι του σύγχρονου διεθνούς συστήματος, δεν εξαιρείται από την δέσμευση αυτή.
Ωστόσο, ως απόρροια της οικονομικής κρίσης των τελευταίων ετών, η δραστική μείωση του μέσου εισοδήματος των πολιτών καθώς και η συρρίκνωση του προϋπολογισμού του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) έχουν ως αποτέλεσμα τη δυσχερή πρόσβαση των πολιτών στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Μέσα στο πλαίσιο αυτής της πραγματικότητας, το να μελετά κανείς τους όρους λειτουργίας και προόδου του Εθνικού Συστήματος Υγείας, αποτελεί από μόνο του ένα εργαλείο αντιμετώπισης των ίδιων των παθογενειών του.

Έτσι και η έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του έργου «Ανοίγοντας την πρόσβαση στο φάρμακο και την υγεία για όλους» στο πλαίσιο του προγράμματος Active citizens fund, με φορέα υλοποίησης τους Γιατρούς του Κόσμου Ελλάδας και εταίρους το GΙVMED και το The Press Project, έδωσε τη δυνατότητα να γίνει αποτύπωση και ανάλυση μιας σειράς λόγων που συνιστούν εμπόδια στην υγειονομική περίθαλψη στην χώρα μας, κυρίως για τις πιο ευάλωτες και περιθωριοποιημένες κοινωνικές ομάδες.

Οι μεγαλύτερες προκλήσεις αφορούν το πραγματικό κόστος υπηρεσιών υγείας και του φαρμάκου στην Ελλάδα, τη δυσκολία πρόσβασης διάφορων πληθυσμιακών ομάδων σε μονάδες υγείας, την ανισομερή κατανομή υγειονομικού προσωπικού ανά την επικράτεια, την κατανόηση της λειτουργίας του συστήματος και των χαρακτηριστικών του για πολίτες τρίτων χωρών, τα ενδονοσοκομειακά κόστη, τις -δυσβάσταχτες για τα φτωχότερα νοικοκυριά- ιδιωτικές δαπάνες και βεβαίως τις άτυπες πληρωμές (“φακελάκια”).

Παρά το γεγονός ότι το ελληνικό σύστημα υγείας είναι δομημένο στη βάση της πλήρους ένταξης και της ισότιμης περίθαλψης, η πραγματικότητα δείχνει ότι άνθρωποι από ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες εξαναγκάζονται να πληρώνουν συχνά σημαντικά κόστη για υπηρεσίες υγείας που θα έπρεπε να είναι δωρεάν και για φάρμακα τα οποία πωλούνται με υπέρογκο κέρδος.

Ποιος είναι ο βασικός λόγος που αυξάνει το κόστος του φαρμάκου; Παράγοντες εκτός του θεσμικού πλαισίου του ΕΣΥ και των εθνικών συστημάτων, ένας εκ των οποίων και η διεθνής νομοθεσία γύρω από την ευρεσιτεχνία, παίζουν κυρίαρχο ρόλο στο θέμα των τιμών. Η πρόσφατη πανδημία κατέδειξε το ζήτημα με καθαρότητα: Αν και λίγα σχετικά είδαν το φως της δημοσιότητας στην Ελλάδα, η συζήτηση γύρω από την απελευθέρωση της «πατέντας» των εμβολίων έλαβε μεγάλη έκταση παγκοσμίως και δημιούργησε ένα νέο πεδίο εντάσεων μεταξύ εταιριών, κρατών και φορέων της κοινωνίας των πολιτών. Την στιγμή που η ΕΕ και οι εθνικές κυβερνήσεις κήρυτταν πόλεμο παγκόσμιας κλίμακας κατά της Covid-19, διατεινόμενες επιπλέον ότι οι τεχνολογίες κατά της πανδημίας πρέπει να είναι για το ευρύτερο «συλλογικό καλό», οι εταιρίες παραγωγής συνέχισαν να κερδοσκοπούν διατηρώντας μονοπωλιακά προνόμια στη βάση της λογικής της ευρασιτεχνίας/πατέντας. Η ΕΕ έδωσε στην δημοσιότητα λογοκριμένα τα εν λόγω συμβόλαια που υπόγραψε ξεσηκώνοντας κύμα αντιδράσεων σε σχέση με την διαφάνεια και την δημόσια λογοδοσία που -θεωρητικά- υπερασπίζεται.

Μέσα στο παραπάνω πλαίσιο, το Διεθνές Δίκτυο των Γιατρών του Κόσμου τοποθετήθηκε κριτικά απέναντι στο μονοπώλιο της BioNtech για τα εμβόλια της Covid-19 και πιο συγκεκριμένα όσον αφορά στην απελευθέρωση των πατεντών EP3901260 και EP3901261.

Ενώ τα εμβόλια θεωρήθηκαν εκ των προτέρων απαραίτητα για την καταπολέμηση της πανδημίας Covid-19, οι μεγάλες φαρμακευτικές εταιρίες ζήτησαν και έλαβαν παραχώρηση μονοπωλιακών δικαιωμάτων εμπορικής εκμετάλλευσης μέσω της διεθνούς νομοθεσίας περί ευρεσιτεχνίας και πνευματικής ιδιοκτησίας. Το αποτέλεσμα ήταν η τεχνητή έλλειψη των εμβολίων και η ανισομερής κατανομή τους ανά τον κόσμο. Εν μέσω επειγουσών εκκλήσεων για τον εμβολιασμό ευάλωτων πληθυσμών και επαγγελματιών υγείας, η “big pharma” συνέχισε να κερδοσκοπεί, παρόλο που η εφεύρεση και η κατασκευή των εμβολίων τύπου mRNA ήδη προϋπήρχε χάρη σε δεκαετίες δημόσιας δαπάνης.

Η έμμεση -αλλά μακράν σοβαρότερη- συνέπεια αυτής της κοντόφθαλμης, εισοδηματικής πολιτικής ενός αγαθού με δημόσια χαρακτηριστικά όπως το φάρμακο, έχει προκαλέσει σε μεγάλο βαθμό την αμφισβήτηση των προθέσεων των παραγωγών με ολέθρια αποτελέσματα: η -δικαιολογημένη- αμφισβήτηση προς την φαρμακοβιομηχανία και τις προθέσεις της μετατράπηκε σε -αδικαιολόγητη- αμφισβήτηση του προϊόντος ήτοι των εμβολίων, ενισχύοντας το αντιεμβολιαστικό κίνημα, τις θεωρίες συνομωσίας και εν τέλει τους πραγματικούς κινδύνους για την δημόσια υγεία.

Έτσι, ενώ η συλλογική προσπάθεια καταπολέμησης της πανδημίας Covid-19 εξακολουθεί να πρωταγωνιστεί στην παγκόσμια σκηνή της δημόσιας υγείας και του κράτους πρόνοιας, στο παρασκήνιο η καθολική πρόσβαση στο φάρμακο και την κατάλληλη υγειονομική περίθαλψη παραμένει προβληματική και ανεφάρμοστη. Το μάθημα που μας δίδαξε η πρόσφατη κρίση δεν κεφαλαιοποιείται. Οι κοινωνίες μας και η δημόσια υγεία συνεχίζουν να είναι ανοχύρωτες μπροστά στις νέες υγειονομικές προκλήσεις.