Γράφει ο Dr. Λάμπρος Μελίστας, PhD, MSc
Κλινικός Διαιτολόγος – Διατροφολόγος
Διδάκτωρ Χαροκόπειου Πανεπιστημίου
MSc στην Κλινική Διαιτολογία

Εδώ και κάποια χρόνια έχει αναδειχθεί πολύ έντονα η άποψη ότι η κατανάλωση γάλακτος μετά την παιδική ηλικία δεν έχει κάποια χρησιμότητα και μπορεί να είναι επιβαρυντική, άρα θα πρέπει να αποθαρρύνεται. Είναι βάσιμη όλη αυτή η «παραφιλολογία» σχετικά με το γάλα;

Αν και κανένας επίσημος φορέας υγείας δεν έχει εκδώσει ποτέ κατευθυντήριες οδηγίες που να συστήνουν τη γενικευμένη αποφυγή κατανάλωσης γάλακτος στην ενήλικη ζωή, οι «ανεπίσημες» φωνές που δαιμονοποιούν το γάλα και το ενοχοποιούν ως φθοροποιό παράγοντα για την υγεία πληθαίνουν. Στα επιχειρήματα, που αναφέρονται, περιλαμβάνονται τα αποτελέσματα ορισμένων μελετών που δείχνουν ότι το γάλα δεν ελαττώνει ή μπορεί και να αυξάνει τον κίνδυνο καταγμάτων στους ενήλικες καθώς και ότι το ασβέστιο και άλλα θρεπτικά συστατικά του γάλακτος έχουν υπερτιμημένη αξία για την υγεία μας [1-3]. Επίσης, αναφέρονται δεδομένα που υποδεικνύουν συσχετίσεις με τον καρκίνο, ιδιαίτερα του προστάτη [4]. Παράλληλα, πολλοί στέκονται στη δυσανεξία στον υδατάνθρακα του γάλακτος, τη λακτόζη, που αφορά σημαντικό μέρος του πληθυσμού αλλά και στις συχνές αλλεργίες στις πρωτεΐνες του [5-6]. Οι προβληματισμοί, τέλος, αφορούν και την πιθανότητα ότι το γάλα περιλαμβάνει πρόσθετες ορμόνες, όπως οιστρογόνα και αυξητικούς παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην κτηνοτροφία [7].

Αν θέλουμε να βασιστούμε στην επιστήμη και όχι σε προσωπικές απόψεις ή αποσπασματικά δεδομένα θα πρέπει να δούμε τα τελευταία επιστημονικά δεδομένα πάνω στο συγκεκριμένο θέμα:

Δυσανεξία στη λακτόζη – τι ισχύει στο σύγχρονο άνθρωπο

Καταρχήν, σχετικά με τη δυσανεξία στο γάλα, το πιο προβεβλημένο μειονέκτημα του γάλακτος. Το σάκχαρο του γάλακτος ονομάζεται λακτόζη και η απορρόφησή της απαιτεί την ύπαρξη της λακτάσης [5]. Χωρίς αρκετή λακτάση, η λακτόζη διασπάται από βακτήρια στο λεπτό έντερο, προκαλώντας φούσκωμα, μετεωρισμό, κράμπες στο στομάχι, διάρροια και ναυτία [8]. Σε παγκόσμιο επίπεδο, περίπου το 70% του πληθυσμού δε συνεχίζει να παράγει λακτάση μετά την ολοκλήρωση του θηλασμού ή της λήψης εξωγενούς βρεφικού γάλακτος. Γενετικά, λοιπόν, τα μωρά χρειάζονται γάλα ενώ οι ενήλικες όχι ιδιαίτερα. Ωστόσο, οι Βόρειοι Ευρωπαίοι, που πριν από χιλιάδες χρόνια ανέπτυξαν την εκτροφή βοοειδών, έχουν προσαρμοστεί στο αγελαδινό γάλα και έχουν γενετική μετάλλαξη, έτσι ώστε μόνο μεταξύ 2-15% να έχουν κάποιου βαθμού ανεπάρκεια λακτάσης. Αυτό το ποσοστό αυξάνεται σε 23% στους κεντρικούς Ευρωπαίους και μέχρι 95% στους ασιατικούς πληθυσμούς, όπου, ιστορικά, η κατανάλωση γάλακτος είναι χαμηλή [9]. Άρα, σε πληθυσμούς όπου η κατανάλωση γάλακτος ήταν πάντα υψηλή, όπως στην Ευρώπη, οι περισσότεροι ενήλικες εξακολουθούν να παράγουν λακτάση σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους και μπορούν να αφομοιώσουν πολύ ικανοποιητικά το γάλα, με μόνο 20% του συνολικού πληθυσμού να έχει κάποιου τύπου δυσανεξία στα γαλακτοκομικά και μόλις το 5% να εμφανίζει πλήρη δυσανεξία στη λακτόζη [5]. Άλλωστε, η ανεπάρκεια λακτάσης δεν ισοδυναμεί με πλήρη δυσανεξία στο γάλα και ακόμη και τα άτομα με δυσανεξία στη λακτόζη μπορούν να πίνουν συνήθως γάλα σε καφέ ή τσάι (περίπου 50 ml) ή σε δημητριακά (250-300 ml την ημέρα) [8].

Κατανάλωση γάλακτος & επίδραση στην υγεία

Είναι γνωστό ότι το γάλα είναι ένα πολύ θρεπτικό τρόφιμο. Είναι μια πολύ καλή πηγή πρωτεΐνης, ενέργειας, ασβεστίου, φωσφορικών αλάτων, μιας πλειάδας βιταμινών του συμπλέγματος Β και ιωδίου ενώ περιέχει και ποσότητες καλίου, μαγνησίου, χολίνης και βιταμινών A και D [10]. H συνολική του όμως επίδραση στην υγεία έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση. To 2019 το πολύ έγκυρο και υψηλής επίδρασης ιατρικό επιστημονικό περιοδικό Advances in Nutrition δημοσίευσε μεγάλες συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις όλων των επιστημονικών δεδομένων σχετικά με την επίδραση του γάλακτος σε διάφορες παραμέτρους της ανθρώπινης υγείας. Πρόκεται για τα πιο πρόσφατα και σφαιρικά δεδομένα για το γάλα που δεν αφορούν μεμονωμένες μελέτες, αλλά συνοψίζουν όλη την υπάρχουσα βιβλιογραφία:

  • Ολική θνησιμότητα: Η κατανάλωση γάλακτος δε σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο θνησιμότητας από οποιαδήποτε αιτία [11].
  • Οστική πυκνότητα στα παιδιά: Η προσθήκη γάλακτος στην συνήθη δίαιτα των παιδιών αυξάνει σημαντικά την οστική πυκνότητα κατά την παιδική ηλικία. Αξίζει να σημειωθεί πως στα παιδιά με αλλεργία στην πρωτεΐνη του γάλακτος, στα οποία χορηγείται ασβέστιο με εναλλακτικές πηγές εκτός του γάλακτος, η οστική πυκνότητα εξακολουθεί να υπολείπεται αυτής των παιδιών που καταναλώνουν γάλα [12].
  • Οστεοπόρωση & οστεοπορωτικά κατάγματα στους ενήλικες: Δεν είναι ξεκάθαρη η σχέση μεταξύ υψηλής κατανάλωσης γάλακτος και συνολικού κινδύνου καταγμάτων. Φαίνεται, όμως, ότι ο κίνδυνος σπονδυλικού κατάγματος είναι μικρότερος σε υψηλές καταναλώσεις γαλακτοκομικών. Η σχέση της κατανάλωσης γάλακτος με την οστική πυκνότητα δεν είναι σαφής [13].
  • Καρδιαγγειακές παθήσεις: Η κατανάλωση γάλακτος (πλήρους και χαμηλών λιπαρών) δεν αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων. Δε φαίνεται να επηρεάζει αρνητικά κανένα παράγοντα κινδύνου καρδιοπαθειών (όπως η αρτηριακή πίεση και η LDL χοληστερόλη) [14].
  • Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 2: Η κατανάλωση γάλακτος (πλήρους και χαμηλών λιπαρών) σχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο για Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2 [15].
  • Μεταβολικό Σύνδρομο: Η κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων (με πλήρη ή χαμηλά λιπαρά) σχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης μεταβολικού συνδρόμου [16].
  • Καρκίνος του προστάτη: Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν μελέτες που υποστηρίζουν ότι η αυξημένη κατανάλωση γάλακτος θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο για καρκίνο του προστάτη, τα δεδομένα παραμένουν ασαφή [17].
  • Καρκίνος ουροδόχου κύστης & παχέος εντέρου: Η μέτρια κατανάλωση πλήρους γάλακτος σχετίστηκε με μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου της ουροδόχου κύστης. Η υψηλή κατανάλωση πλήρους γάλακτος σχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης του συγκεκριμένου τύπου καρκίνου [18]. Αντίθετα, η υψηλή κατανάλωση πλήρους γάλακτος σχετίστηκε με χαμηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου σε όλο το μήκος του εντέρου [19].
  • Φλεγμονή: Η πλειονότητα των επιστημονικών δεδομένων υποδεικνύει σημαντική αντιφλεγμονώδη δράση από την κατανάλωση γάλακτος, τόσο σε υγιή όσο και σε μεταβολικά μη φυσιολογικά άτομα [20].
  • Κύηση: Η κατανάλωση γάλακτος κατά τη διάρκεια της κύησης σχετίζεται θετικά με το βάρος γέννησης και το μήκος του βρέφους [21].
  • Τέλος, αναφορικά με τους φόβους για την περιεκτικότητα του γάλακτος σε ορμόνες, οι επιστήμονες δεν έχουν βρει ακόμη στοιχεία που να δείχνουν ότι οι ορμόνες στο γάλα μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά τον άνθρωπο [22]. Τα λίγα στοιχεία που υπάρχουν από μελέτες σε τρωκτικά έδειξαν κάποιες ανωμαλίες μετά από έκθεση σε πολύ μεγάλες ποσότητες ορμονών γάλακτος που δεν είναι εφικτό να λάβει ο άνθρωπος [23].

Συμπέρασμα

Συνοψίζοντας, αν και στους ενήλικες η κατανάλωση γάλακτος δεν είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της υγείας τους, όπου οι άνθρωποι κατάφεραν να αναπτύξουν γενετικά την ανοχή σε αυτό, αποδείχθηκε πολύ θρεπτικό, δίνοντας τους πιθανότατα ένα εξελικτικό πλεονέκτημα. Επιπρόσθετα, η ανασκόπηση των ερευνητικών δεδομένων περιορίζει πολύ τους όποιους προβληματισμούς για την επίδρασή του στην υγεία και το αναδεικνύει ως ένα τρόφιμο με σημαντικά οφέλη για την υγεία και τη μακροζωία.

Με βάση τα υπάρχοντα επιστημονικά δεδομένα, αν δεν υπάρχει κάποιος ξεκάθαρος ιατρικός λόγος για να αποφύγει κανείς το γάλα, όπως η πλήρης δυσανεξία στη λακτόζη και η αλλεργία στην πρωτεΐνη του αγελαδινού γάλακτος, δε φαίνεται να συντρέχει λόγος να απαλειφθεί από τη διατροφή του ανθρώπου.

Dr. Λάμπρος Μελίστας, PhD, MSc
Κλινικός Διαιτολόγος – Διατροφολόγος
Διδάκτωρ Χαροκόπειου Πανεπιστημίου
MSc στην Κλινική Διαιτολογία

Πρόεδρος Ομάδας Ειδικών Διαχείρισης Βάρους
Πανελλήνιου Συλλόγου Διαιτολόγων – Διατροφολόγων

Βιβλιογραφία

  1. Michaëlsson K et al, (2014). Milk intake and risk of mortality and fractures in women and men: cohort studies. BMJ, 349:g6015.
  2. Bolland MJ et al, (2015). Calcium intake and risk of fracture: systematic review. BMJ, 351:
  3. Zengin A et al, (2015). Ethnic Differences in Bone Health. Front Endocrinol (Lausanne), 17(6), 24.
  4. Abid Z et al, (2014). Meat, dairy and cancer. Am J Clin Nutr, 100(1), 386-393.
  5. Sashi T (1994). Genetics and Epidemiology of Adult-type Hypolactasia. Scand J Gastroenterol Suppl, 202, 7-20.
  6. Mousan G et al, (2016). Cow’s milk protein allergy. Clin Pediatr, 55(11), 1054-1063.
  7. Michels KB et al, (2019). Urinary excretion of sex steroid hormone metabolites after consumption of cow milk: a randomized crossover intervention trial. Am J Clin Nutr, 109(2), 402-410.
  8. National Health Service (NHS, 2019) Lactose intolerance.
  9. Bayless TM et al, (2017). Lactase Non-persistence and Lactose Intolerance. Curr Gastroenterol Rep, 19(5), 23.
  10. Food and Agriculture Organization (FAO, 2020) Milk composition. http://www.fao.org/dairy-production-products/products/milk-composition/en/
  11. Cavero – Redondo I et al, (2019). Milk and dairy product consumption and risk of mortality: An overview of systematic reviews and meta – analyses. Adv Nutr, 10(suppl_2), S97-S104.
  12. de Lamas C et al, (2019). Effects of dairy product consumption on height and bone mineral content in children: A systematic review of controlled trials. Adv Nutr, 10(suppl_2), S88-S96.
  13. Matia – Martin P et al, (2019). Effects of milk and dairy products on the prevention of osteoporosis and osteoporotic fractures in Europeans and non – Hispanic whites from North America: A systematic review and updated meta – analysis. Adv Nutr, 10(suppl_2), S120-S143.
  14. Fontecha J et al, (2019). Milkand Dairy Product Consumption and Cardiovascular Diseases: An Overview of Systematic Reviews and Meta-Analyses. Adv Nutr, 10(suppl_2), S164-S189.
  15. Alvarez – Bueno C et al, (2019). Effects of milk and dairy product consumption on type 2 diabetes: Overview of systematic reviews and meta – analyses. Adv Nutr, 10(suppl_2), S154-S163.
  16. Mena – Sanchez G et al, (2019). Dairy product consumption in the prevention of metabolic syndrome: A systematic review and meta – analysis of prospective cohort studies. Adv Nutr, 10(suppl_2), S144-S
  17. Lopez – Plaza B et al, (2019). Milk and dairy product consumption and prostate cancer risk and mortality: An overview of systematic reviews and meta – analyses. Adv Nutr, 10(suppl_2), S212-S
  18. Bermejo LΜ et al, (2019). Milk and dairy product consumption and bladder cancer risk: A systematic review and meta – analysis of observational studies. Adv Nutr. 10(suppl_2), S224-S
  19. Barrubes L et al, (2019). Association between dairy product consumption and colorectal cancer risk in adults: A systematic review and meta – analysis of epidemiologic studies. Adv Nutr, 10(suppl_2), S190-S
  20. Ulven SM et al, (2019). Milk and dairy product consumption and inflammatory biomarkers: An updated systematic review of randomized clinical trials. Adv Nutr, 10(suppl_2), S239-S250.
  21. Achon M et al, (2019). Effects of milk and dairy product consumption on pregnancy and lactation outcomes: A systematic review. Adv Nutr, 10(suppl_2), S74-S87.
  22. Snoj T et al, (2018). Mechanisms in Endocrinology: Estrogens in consumer milk: is there a risk to human reproductive health? Eur J Endocrinol, 179(6), 275-286.
  23. Grgurevic N et al, (2016). Effect of dietary estrogens from bovine milk on blood hormone levels and reproductive organs in mice. J Dairy Sci,99(8), 6005-6013.