Ο καθηγητής δεν απέκλεισε ο κορωνοϊός να γίνει ενδημικός και να κυκλοφορεί όπως το κοινό κρυολόγημα – 156 νεκροί – 2.770 κρούσματα – 24 διασωληνωμένοι – «Μπορεί και λιγότερο του 0,5% του πληθυσμού της χώρας να έχει νοσήσει από τον ιό» υπογράμμισε

Δέκα νέα κρούσματα του νέου κορωνοϊού στη χώρα μας ανακοίνωσε ο καθηγητής Λοιμωξιολογίας Σωτήρης Τσιόδρας, με τον συνολικό αριθμό να φτάνει στα 2.770 επιβεβαιωμένα συνολικά.

Το 55,3% των προσβληθέντων είναι άνδρες, ενώ από το σύνολο των κρουσμάτων, 610 ασθενείς σχετίζονται με ταξίδι στο εξωτερικό και 1.409 ή 51% με ήδη γνωστό κρούσμα.

Παράλληλα, 24 ασθενείς νοσηλεύονται διασωληνωμένοι σε ΜΕΘ, με τον μέσο όρο ηλικίας τους να είναι τα 71 έτη. Από τους διασωληνωμένους ασθενείς, δέκα είναι γυναίκες και οι υπόλοιποι άνδρες, ενώ το 96% έχει κάποιο υποκείμενο νόσημα ή ηλικία 70 ετών και άνω.

Από τους θανόντες, 41 ή 26,3% είναι γυναίκες και οι υπόλοιποι άνδρες. Η διάμεση ηλικία τους είναι τα 75 έτη, ενώ το 93,6% των θυμάτων είχε κάποιο υποκείμενο νόσημα ή ηλικία 70 ετών και άνω.

Ακόμη, 90 ασθενείς έχουν πάρει εξιτήριο από τις ΜΕΘ, ενώ, όπως τόνισε ο εκπρόσωπος του υπουργείου Υγείας, μέχρι σήμερα έχουν ελεγχθεί στη χώρα πάνω από 116.233 κλινικά δείγματα.

Ο κ. Τσιόδρας σχολίασε την θέση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) ότι ο ιός μπορεί και να μην εξαφανιστεί ποτέ. Ο καθηγητής υπογράμμισε ότι, ακόμα και μετά την εξεύρεση ενός εμβολίου, ο κορωνοϊός μπορεί να συνεχίσει να υφίσταται.

«Όταν ένας ιός όπως αυτός εμφανίζεται για πρώτη φορά και δεν υπάρχει ανοσία στον πληθυσμό, ούτε αποτελεσματικό για την ώρα εμβόλιο, είναι δύσκολο να προβλέψεις για πόσο θα υπάρχει. Ακόμα μαθαίνουμε για το πλήρες κλινικό εύρος των εκδηλώσεών του, πέραν της κλινικής πνευμονίας. Άρα, εξακολουθεί να υπάρχει ανάγκη να τον περιορίσουμε, να τον αντιμετωπίσουμε. Το ότι όλοι μαζί στην Ελλάδα δεν τον αφήσαμε να κάνει την ανεξέλεγκτή του διαδρομή, δεν σημαίνει ότι τον εξαφανίσαμε» υπογράμμισε.

Παράλληλα, έκανε αναφορά στην εμφάνιση νέων επιδημικών εξάρσεων, σε χώρες που ο ιός είχε ελεγχθεί. «Αντέχουμε να έχουμε 147 νεκρούς σε μία ημέρα, όπως χθες η Σουηδία διερωτήθηκε.

«Μοιάζει σαν αποστολή για το φεγγάρι» συνέχισε ο κ. Τσιόδρας και σημείωσε πως δεν μπορεί να αποκλείσει τη δυνατότητα να γίνει ένας ενδημικός ιός, «δηλαδή θα κυκλοφορεί ανάμεσά μας όπως το κοινό κρυολόγημα».

Έφερε μάλιστα ως παράδειγμα την ιλαρά: «Για την ιλαρά έχουμε επιτυχημένα εμβόλια, κι όμως δεν έχει εξαφανιστεί ακόμα εντελώς. Και λόγω της δυσπιστίας, λόγω των fake news για τα εμβόλια».

Τέσσερις μελέτες για την ανοσία

Ο καθηγητής Τσιόδρας εκτίμησε επίσης ότι μπορεί και λιγότερο του 0,5% του πληθυσμού της χώρας να έχει νοσήσει από τον ιό. Όπως είπε, για το θέμα ξεκινά ειδική έρευνα, προκειμένου να έχουμε καλύτερη εικόνα.

Πιο συγκεκριμένα, ο κ. Τσιόδρας τόνισε ότι έχει ξεκινήσει η διαδικασία για τέσσερις μελέτες, οι οποίες θα καταδείξουν καλύτερα το ποσοστό αυτών που πέρασαν τη νόσο και έχουν δημιουργήσει αντισώματα:

Προοπτική μελέτη αντισωμάτων με συγκεκριμένα επιδημιολογικά κριτήρια, μελέτη η οποία μπορει να δείξει διαφορετικά ποσοστά ανά περιοχή με βάση και τις παραμέτρους που θα δοθούν.

Μελέτη με το Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας, όπου ελέγχονται τουλάχιστον  10.000 δείγματα  από αιμοδότες. Ο έλεγχος γίνεται μέσω της αιμοδοσίας και έχει ήδη ξεκινήσει, ενώ αφορά άτομα από 18 έως 65 ετών, που αποτελούν και το 70% όσων νόσησαν.

Η τρίτη μελέτη αφορά εναπομείναντες ορούς. Έχει ξεκινήσει από τις αρχές Μαρτίου σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας σε  5.000 δείγματα, τα οποία θα αναλυθούν από την επόμενη εβδομάδα.

Η τέταρτη μελέτη ξεκινά στην Κρήτη και υποστηρίζεται από τους τοπικούς φορείς, αλλά και από την Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Στη μελέτη της Ισπανίας διαπιστώθηκε υποδιάγνωση της νόσου κατά δέκα φορές, αλλά πολύ υψηλότερο ποσοστό θανάτου σε σχέση με την γρίπη. «Στο μέλλον σκεφτόμαστε και ειδικές κατηγορίες πληθυσμού, για να μάθουμε για την εξάπλωση της νόσου, καθώς συγκεκριμένες ομάδες έχουν υψηλότερα ποσοστά, όπως οι υγειονομικοί. Αυτή τη στιγμή ο κόσμος γνωρίζει και πρέπει να τον κρατούμε σε έλεγχο με τα μέτρα υγιεινής και απόστασης, ώστε να έχουμε τον έλεγχο στα χέρια μας, καθώς με τα ως τώρα δεδομένα θα παλεύουμε πολύ καιρό ακόμη» κατέληξε ο κ. Τσιόδρας.