Αρχική Ειδήσεις - Νέα Σημαντικές ανακοινώσεις από τη Merck για την Πολλαπλή Σκλήρυνση στο 35ο ECTRIMS

Σημαντικές ανακοινώσεις από τη Merck για την Πολλαπλή Σκλήρυνση στο 35ο ECTRIMS

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
  • Νέα δεδομένα από μεταγενέστερη ανάλυση έδειξαν ότι 75% των ασθενών που έλαβαν το MAVENCLAD® δεν παρουσίασαν εξέλιξη της αναπηρίας στα πέντε έτη μετά τη θεραπεία
  • Αποτελέσματα τα οποία παρουσιάστηκαν έδειξαν ότι δεν υφίστανται στοιχεία ότι η έκθεση σε ιντερφερόνη βήτα (IFN β) πριν και κατά τη διάρκεια της κύησης επηρέασε το βάρος γέννησης ή την περίμετρο της κεφαλής
  • Οι βασικές μελέτες φάσης ΙΙΙ, EVOLUTION RMS 1 και 2, θα διερευνήσουν την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του evobrutinib στην  υποτροπιάζουσα πολλαπλή σκλήρυνση (ΥΠΣ)

 Η Merck, κορυφαία εταιρεία επιστημών και τεχνολογίας, προέβη σε σειρά σημαντικών ανακοινώσεων με μεγάλο ενδιαφέρον για την Πολλαπλή Σκλήρυνση στο 35ο Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη Θεραπεία και την Έρευνα στην Πολλαπλή Σκλήρυνση (ECTRIMS), το οποίο πραγματοποιήθηκε από 11-13 Σεπτεμβρίου του 2019 στη Στοκχόλμη της Σουηδίας.

Στο επίκεντρο αυτών των ανακοινώσεων βρέθηκε η παρουσίαση νέων δεδομένων για τα (δισκία κλαδριβίνης), τα οποία χαρακτηρίζουν περαιτέρω το μακροχρόνιο προφίλ αποτελεσματικότητας και ασφάλειας. Τα αποτελέσματα μιας post hoc ανάλυσης  για την αξιολόγηση της πενταετούς σταθερότητας της νόσου κατέδειξαν τη διατήρηση της αποτελεσματικότητας των δισκίων κλαδριβίνης στην εξέλιξη της νόσου, όπως μετρήθηκε με βάση την Διευρυμένη Κλίμακα Κατάστασης Αναπηρίας (EDSS). Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, 75% των ασθενών έδειξαν σταθερή ή βελτιωμένη βαθμολογία στην EDSS στα πέντε έτη μετά τη θεραπεία. Η διερευνητική ανάλυση βασίστηκε σε ασθενείς οι οποίοι έλαβαν δισκία κλαδριβίνης στη μελέτη CLARITY και, εν συνεχεία, εικονικό φάρμακο στη μελέτη CLARITY Extension, με τουλάχιστον μία μέτρηση στην κλίμακα EDSS μετά την έναρξη.

 

«Βάσει των εν λόγω δεδομένων μπορούμε να δούμε ότι το MAVENCLAD εξακολουθεί να παρουσιάζει σταθερή αποτελεσματικότητα στην πλειοψηφία των ασθενών στα πέντε έτη μετά τη θεραπεία και ότι αυτά τα αποτελέσματα συμφωνούν με τα δεδομένα που παρατηρούμε από την εμπειρία υπό πραγματικές συνθήκες», ανέφερε ο Καθ. Gavin Giovannoni, επικεφαλής ερευνητής στις μελέτες CLARITY και Πρόεδρος Νευρολογίας στην Ιατρική και Οδοντιατρική Σχολή Barts and The London. «Για εμένα, ως ιατρό, είναι σημαντικό που το βλέπω αυτό, καθώς σημαίνει ότι τα ευρήματα από το πρόγραμμα κλινικής ανάπτυξης  επιβεβαιώνονται στην κλινική πράξη».

 

Εξίσου ενθαρρυντικά ωστόσο ήταν τα νέα σχετικά και με τις εκβάσεις της κύησης κατά τη γέννηση μετά από έκθεση σε ιντερφερόνη βήτα (IFN β), συμπεριλαμβανομένου του (sc/ υποδόρια ιντερφερόνη βήτα-1α). Τα αποτελέσματα που βασίζονται σε δεδομένα από το φινλανδικό και το σουηδικό μητρώο υγείας, τα οποία συλλέχθηκαν μεταξύ 1996-2014, δεν έδειξαν στοιχεία ότι η έκθεση σε IFN β πριν και κατά τη διάρκεια της κύησης σε γυναίκες με ΠΣ επηρέασε το βάρος γέννησης των βρεφών σε σχέση με την ηλικία κύησης και την περίμετρο της κεφαλής (P1144).

 

«Προτεραιότητά μας είναι να εξασφαλίσουμε ότι θα αντιμετωπιστούν οι ανάγκες των ασθενών με ΠΣ», δήλωσε η Δρ Maria Rivas, Chief Medical Officer της Merck. «Όταν μια γυναίκα διαγιγνώσκεται με ΠΣ μπορεί να έχει ερωτήσεις σχετικά με τη συνέχιση της θεραπείας κατά τη διάρκεια της κύησης και το πώς θα μπορούσε αυτή να επηρεάσει το αγέννητο παιδί της. Είμαστε υπερήφανοι για τη συνεργασία μας με ακαδημαϊκούς και υγειονομικές αρχές για να δώσουμε σημαντικές πληροφορίες για την ασφάλεια σε ιατρούς και ασθενείς».

 

Στην ΕΕ, η έναρξη θεραπείας με Rebif® κατά τη διάρκεια της κύησης αντενδείκνυται επί του παρόντος από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων, βλ. τμήμα 4.3 και 4.6 της Περίληψης των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος (SMPC) για το Rebif® της ΕΕ. Η Merck έχει υποβάλει κανονιστικές αιτήσεις σε διάφορες υγειονομικές αρχές, προκειμένου να συμπεριληφθούν δεδομένα ασφάλειας από αυτά τα μητρώα έκθεσης στην ιντερφερόνη στην Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος του Rebif®, και ο έλεγχος αυτός βρίσκεται επί του παρόντος σε εξέλιξη.

 

Επιπλέον, η Merck ανακοίνωσε την έναρξη δύο παγκόσμιων βασικών μελετών φάσης ΙΙΙ για τη μελέτη της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας του evobrutinib, ενός από του στόματος, αναστολέα της τυροσινικής κινάσης του Bruton (BTK), με υψηλή εκλεκτικότητα σε ενήλικες ασθενείς με υποτροπιάζουσα πολλαπλή σκλήρυνση (ΥΠΣ).

 

«Το evobrutinib αποτελεί δυνητική καινοτομία για τους πάσχοντες από ΠΣ, καθώς ενδέχεται να προσφέρει έναν νέο διπλό μηχανισμό δράσης, ο οποίος θεωρείται ότι, εκτός από τα Β-κύτταρα, επηρεάζει και τα μυελοειδή κύτταρα και, ως εκ τούτου, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την βιοπαθολογία της ΠΣ με ριζικά νέο τρόπο», δήλωσε ο Luciano Rossetti, Head of Global Research & Development, Biopharma της Merck. «Το evobrutinib, το οποίο αναπτύχθηκε στα εργαστήριά μας, είναι ένας από του στόματος, αναστολέας της ΒΤΚ, υψηλής εκλεκτικότητας με αρχικά δεδομένα κλινικής αποτελεσματικότητας στην ΥΠΣ. Η εξέλιξη αυτού του μορίου φαρμακευτικού σκευάσματος στη φάση ΙΙΙ αποτελεί σημαντικό βήμα τόσο για εμάς όσο και για την κοινότητα της ΠΣ, καθώς δίδεται η ευκαιρία να σημειώσουμε ακόμη μεγαλύτερη πρόοδο σε ζητήματα οφέλους-κινδύνου που αφορούν τους ασθενείς με ΥΠΣ».

 

Το evobrutinib εισέρχεται στη φάση ΙΙΙ των κλινικών μελετών, κατόπιν των αποτελεσμάτων της κλινικής μελέτης φάσης ΙΙ, κατά την οποία επιτεύχθηκε το πρωτεύον καταληκτικό σημείο σε διάστημα 24 εβδομάδων θεραπείας, όπου ο συνολικός αθροιστικός αριθμός Τ1 βλαβών που προσλαμβάνουν γαδολίνιο μειώθηκε με το evobrutinib σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Η μείωση των Τ1 βλαβών που προσλαμβάνουν γαδολίνιο παρατηρήθηκε στις 12 εβδομάδες, το πρώτο χρονικό σημείο κατά το οποίο υπήρχαν διαθέσιμα δεδομένα MRI και διατηρήθηκε έως τις 48 εβδομάδες με τη δόση των 75 mg άπαξ ημερησίως και τη δόση των 75 mg evobrutinib δις ημερησίως. Επιπλέον δεδομένα δείχνουν ότι η επίδραση στη μείωση των υποτροπών που παρατηρήθηκε την Εβδομάδα 24 διατηρήθηκε έως τις 48 εβδομάδες.

 

Στη μελέτη φάσης ΙΙ, οι πιο συχνά παρατηρούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες οποιουδήποτε βαθμού που συνδέονταν με το evobrutinib, περιελάμβαναν τη ρινοφαρυγγίτιδα και αύξηση των επιπέδων της αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης (ALT), της ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (AST) και της λιπάσης. Όλα τα συμβάματα εκδηλώθηκαν μέσα σε 24 εβδομάδες από την έναρξη της θεραπείας και ήταν αναστρέψιμα με διακοπή της θεραπείας και χωρίς κλινικές συνέπειες εντός της περιόδου ασφαλείας 52 εβδομάδων. Κατά την πορεία της μελέτης, 85 τοις εκατό των ασθενών (227 από τους 267) ολοκλήρωσαν 52 εβδομάδες θεραπείας.

 

Αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία επιλογής των συμμετεχόντων στη μελέτη με στόχο την εγγραφή 1.900 ασθενών.