Τον δρόμο για την ανάπτυξη εμβολίων mRNA ενάντια στις μολύνσεις από τον ιό των ανθρώπινων θηλωμάτων ίσως να ανοίξει η εύρεση της σχέσης μεταξύ κονδυλωμάτων των γεννητικών οργάνων και ανοσοποιητικού συστήματος. Την αξιόλογη αυτή ανακάλυψη έκαναν ερευνητές από το Τμήμα Κλινικής Ανοσολογίας και το Τμήμα Δερματολογίας στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Ζηλανδίας στη Δανία. Παρουσιάζοντας τα ευρήματά τους πριν μερικές μέρες στο 30ο Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Δερματολογίας και Αφροδισιολογίας (EADV) επισήμαναν τη σπουδαιότητα του ρόλου του τμήματος του ανοσοποιητικού συστήματος που βοηθά στη ρύθμιση των ανοσολογικών αποκρίσεων.

«Φαίνεται ότι η σχέση μεταξύ κονδυλωμάτων των γεννητικών οργάνων και των γενετικών παραλλαγών στο σύστημα των ανθρώπινων λευκοκυτταρικών αντιγόνων επηρεάζει τον κίνδυνο εμφάνισης κονδυλωμάτων των γεννητικών οργάνων», σημειώνει ο Δερματολόγος – Αφροδισιολόγος δρ Χρήστος Στάμου.

Ο HPV είναι η πιο διαδεδομένη και συχνή σεξουαλικά μεταδιδόμενη νόσος παγκοσμίως. Αναμένεται ότι θα μολυνθούν από αυτόν, μέχρι την ηλικία των 45 ετών, πάνω από το 80% των σεξουαλικά ενεργών ενηλίκων. Συγκεκριμένα, τα οξυτενή κονδυλώματα είναι εκδηλώσεις από ορισμένα στελέχη χαμηλού κινδύνου του ιού των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV) στα γεννητικά όργανα και τον πρωκτό, τα οποία είναι διαφορετικά από τα στελέχη υψηλού κινδύνου που μπορούν να οδηγήσουν σε δυσπλασία του τραχήλου της μήτρας και καρκίνο.

Τα οξυτενή κονδυλώματα έχουν τη μορφή μαλακών σαρκωδών αναπτύξεων και μπορούν να προκαλέσουν πόνο, δυσφορία και κνησμό. Μπορεί να είναι αόρατα στο ανθρώπινο μάτι ή πολύ μικρά, στο χρώμα του δέρματος ή ελαφρώς πιο σκούρα, γεγονός που καθυστερεί τη διάγνωση. Η κορυφή των κονδυλωμάτων μπορεί να μοιάζει με κουνουπίδι και να είναι λεία ή ελαφρώς ανώμαλη στο άγγιγμα. Μπορεί να εμφανιστούν ως συστάδα κονδυλωμάτων, ή ένα και μόνο κονδύλωμα στο πέος, το όσχεο, τη βουβωνική χώρα, ψηλά στο μηρό, μέσα ή γύρω από τον πρωκτό, αλλά και στα χείλη, το στόμα, τη γλώσσα ή το λαιμό ενός ατόμου που είχε στοματική σεξουαλική επαφή με άτομο που είχε HPV. Επιπλέον, στις γυναίκες αναπτύσσονται στο αιδοίο, στο εσωτερικό του κόλπου και στον τράχηλο της μήτρας. Αν και οι περισσότερες είναι συνήθως βραχυχρόνιες λοιμώξεις από τον ιό και δεν έχουν κλινικό αντίκτυπο, τα οξυτενή κονδυλώματα είναι πιο πιθανό να προκαλέσουν επιπλοκές στο ωραίο φύλο.

Όπως μας εξηγεί ο δρ Στάμου, το σύστημα των ανθρώπινων λευκοκυτταρικών αντιγόνων είναι μέρος της γενετικής που περιέχει γονίδια απαραίτητα για τη φυσιολογική λειτουργία της ανοσολογικής απόκρισης, βοηθώντας τον οργανισμό να διακρίνει τα «ξένα στοιχεία» που ονομάζονται αντιγόνα (τα οποία προκαλούν ανοσολογική αντίδραση στο σώμα) και των κυττάρων του ίδιου του σώματος. Το σύστημα διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο και γι’ αυτό οι αντιδράσεις σε ορισμένες ασθένειες δεν είναι οι ίδιες.

Κατά τη μελέτη, οι ερευνητές εξέτασαν μια ομάδα 65.791 αιμοδοτών, εκ των οποίων οι 4.199 είχαν οξυτενή κονδυλώματα και οι υπόλοιποι 61.592 χρησιμοποιήθηκαν ως ομάδα ελέγχου. Οι επιστήμονες εντόπισαν 12 παραλλαγές προστατευτικών γονιδίων και 7 επικίνδυνων αλλόμορφων στην ομάδα ασθενών. Όσοι είχαν προστατευτικά γονίδια παρουσίασαν καλύτερη ανοσοαπόκριση και ο οργανισμός τους κατάφερε να αναγνωρίσει τον ιό HPV, περιορίζοντας την πιθανότητα εμφάνισης οξυτενών κονδυλωμάτων.

«Η ανάπτυξη των κονδυλωμάτων μπορεί να ξεκινήσει αρκετές εβδομάδες ή μήνες μετά από τη μόλυνση. Δυστυχώς, παρότι οι εκδηλώσεις του ιού μπορούν να θεραπευτούν, ο ίδιος ο ιός δεν μπορεί να εκριζωθεί, ώστε να αποκλειστεί η επανεμφάνισή του. Παραμένει σιωπηλός μέσα στον οργανισμό και προκαλεί εμφανή ή αόρατα στο γυμνό μάτι κονδυλώματα όποτε το ανοσοποιητικό σύστημα είναι εξασθενισμένο. Τότε, είναι η στιγμή που ο ιός μεταδίδεται. Δηλαδή, μόνο κατά την επαφή με ένα κονδύλωμα μπορεί να περάσει από τον έναν σεξουαλικό σύντροφο στον άλλον.

Παρότι σε ορισμένες περιπτώσεις τα κονδυλώματα υποχωρούν μετά από μερικούς μήνες, λόγω του κινδύνου πολλαπλασιασμού και μετάδοσής τους συστήνεται η άμεση αντιμετώπισή τους. Οι θεραπευτικές μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για την εξάλειψη των κονδυλωμάτων στα γεννητικά όργανα είναι πολλές και η επιλογή της καταλληλότερης σε κάθε ασθενή εξαρτάται από τη σοβαρότητα των αλλοιώσεων και τον αριθμό των δερματικών βλαβών που υπάρχουν. Η διαχείριση των συμπτωμάτων γίνεται με τοπική εφαρμογή φαρμάκων, με χειρουργική επέμβαση, ηλεκτροκαυτηρίαση, κρυοπηξία και λέιζερ. Παρά όμως την ορθή εφαρμογή τους, υπάρχουν περιπτώσεις που τα κονδυλώματα δεν θεραπεύονται πλήρως, οπότε ξαναεμφανίζονται σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Η εφαρμογή λέιζερ θεωρείται η πιο αποτελεσματική, ανώδυνη και γρήγορη μέθοδος, αφού μπορεί να απαλλάξει από τα κονδυλώματα σε μία και μόνο συνεδρία, χωρίς να επηρεάζει τις γειτονικές περιοχές του δέρματος. Η επούλωση είναι άμεση, χωρίς παρενέργειες. Είναι δε τόσο αποτελεσματική θεραπεία που η υποτροπή των κονδυλωμάτων είναι εξαιρετικά σπάνια.

«Η χρήση προφυλακτικού ή στοματικού διαφράγματος μειώνει τον κίνδυνο μόλυνσης από τον HPV και την εμφάνιση κονδυλωμάτων, αλλά δεν τον εξαλείφει. Αποτελεσματικά είναι μόνο τα εμβόλια HPV, τα οποία μπορούν να προστατεύσουν από τα πιο συχνά στελέχη του HPV που προκαλούν κονδυλώματα των γεννητικών οργάνων αλλά και εκείνα που ευθύνονται για την ανάπτυξη καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Για να είναι ωστόσο τόσο αποτελεσματικά, πρέπει να  χορηγηθούν πριν από την έναρξη της σεξουαλικής ζωής.

Εάν τα ευρήματα της δανικής αυτής μελέτης επιβεβαιωθούν και οι επιστήμονες καταφέρουν να αναπτύξουν εμβόλια mRNA, το επίπεδο προστασίας θα αναβαθμιστεί και συνεπώς τα σοβαρά περιστατικά μολύνσεων και φυσικά καρκίνων θα μειωθούν σημαντικά», καταλήγει ο δρ Χρήστος Στάμου.