Μεγαλύτερο κίνδυνο επιπλοκών αντιμετωπίζουν οι έγκυες γυναίκες με οξεία χολοκυστίτιδα, αλλά και τα έμβρυα, όταν αντιμετωπίζονται συντηρητικά. Επιπλέον, έχουν περισσότερες πιθανότητες επανεισαγωγών στο νοσοκομείο. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξαν επιστήμονες από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Thomas Jefferson μετά από μελέτη εγκύων γυναικών που εισήχθησαν σε νοσοκομείο με οξεία χολοκυστίτιδα και δεν υποβλήθηκαν σε αφαίρεση της χοληδόχου κύστης.

«Η χοληδόχος κύστη είναι ένα μικρό όργανο, στο οποίο αποθηκεύεται προσωρινά η χολή, που παράγεται στο ήπαρ, μέχρι να διοχετευτεί στο λεπτό έντερο. Η παρουσία χολόλιθων μπορεί να προκαλέσει πόνο, ο οποίος είναι οξύς και κλιμακούμενης έντασης. Όταν οι χολόλιθοι μπλοκάρουν το σωληνάκι μέσω του οποίου περνάει η χολή στο λεπτό έντερο και η ροή της εμποδίζεται, αυτή συσσωρεύεται, με συχνό αποτέλεσμα την πρόκληση  βακτηριακής λοίμωξης και φλεγμονής, τη λεγόμενη χολοκυστίτιδα. Ο ασθενής βιώνει σοβαρό πόνο στην άνω δεξιά πλευρά της κοιλιάς ή στο κέντρο της (ο οποίος μπορεί να αντανακλά στην πλάτη), ναυτία, πυρετό και έμετο. Εάν αφεθεί χωρίς θεραπεία, η χολοκυστίτιδα μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές και ενίοτε απειλητικές για τη ζωή επιπλοκές», επισημαίνει ο Γενικός Χειρουργός και Διευθυντής Χειρουργικής Κλινικής, στον Όμιλο Ιατρικού Αθηνών δρ Αναστάσιος Ξιάρχος.

Η χειρουργική αφαίρεση της χοληδόχου κύστης είναι η πιο αποτελεσματική θεραπεία, αλλά η εγχείρηση αυτή κατά τη διάρκεια της κύησης προκαλεί φόβο. Έτσι, η πλειονότητα των εγκύων με οξεία χολοκυστίτιδα αντιμετωπίζεται συντηρητικά. Όμως, στη μεγαλύτερη μελέτη των ΗΠΑ μέχρι σήμερα, οι χειρουργοί του Thomas Jefferson παρατήρησαν ότι οι μητέρες που βίωσαν χολοκυστίτιδα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είχαν καλύτερα αποτελέσματα εάν υποβάλλονταν σε χειρουργική επέμβαση από ό,τι εάν αυτή αναβαλλόταν για μετά τον τοκετό.

Η μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Annals of Surgery εξέτασε τα δεδομένα 6.390 εγκύων που εισήχθησαν σε νοσοκομείο με οξεία χολοκυστίτιδα μεταξύ Ιανουαρίου 2010 και Σεπτεμβρίου 2015. Παρά τις κατευθυντήριες οδηγίες για τέτοιες περιπτώσεις, μόνο το 38,2% υποβλήθηκε σε χολοκυστεκτομή. Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι όσες γυναίκες αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά είχαν τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν επιπλοκές σε σχέση με εκείνες που είχαν προχωρήσει σε αφαίρεση της χοληδόχου κύστης τους. Οι επιπλοκές της μητέρας και του εμβρύου που διερευνήθηκαν περιελάμβαναν θνησιγένεια, κακή εμβρυϊκή ανάπτυξη, άμβλωση, πρόωρο τοκετό, καισαρική, μαιευτική αιμορραγία, φλεβικό θρομβοεμβολισμό και ενδοαμνιακή λοίμωξη. Αυτές οι διαφορές οφείλονταν κυρίως σε κακή ανάπτυξη του εμβρύου, σε πρόωρο τοκετό και στην υποβολή σε καισαρική τομή στις εγκύους που δεν είχαν υποβληθεί σε χολοκυστεκτομή.

Σύμφωνα με τον δρ Ξιάρχο, παλαιότερα επικρατούσε η άποψη ότι η χειρουργική επέμβαση θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια του πρώτου ή του τρίτου τριμήνου, λόγω αυξημένου κινδύνου αποβολής. Στην πορεία, αρκετές μελέτες υποστηρίζουν ότι ο κίνδυνος μιας εγχείρησης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι χαμηλός, ανεξάρτητα από το τρίμηνο. Ειδικά για την χολοκυστεκτομή, «η Αμερικάνικη Εταιρεία Χειρουργικής Πεπτικού και Ενδοσκοπικής Χειρουργικής (SAGES) με τις οδηγίες της, τάσσεται υπέρ της λαπαροσκοπικής χολοκυστεκτομής στις εγκύους με συμπτωματική νόσο της χοληδόχου κύστης, ανεξάρτητα από το τρίμηνο που διανύουν, στηριζόμενη στα αποτελέσματα μελετών που έχουν καταδείξει την υπεροχή της μεθόδου, συγκριτικά με την ανοιχτή μέθοδο αφαίρεσης της χοληδόχου κύστης. Επειδή, λοιπόν, η συντηρητική αντιμετώπιση της οξείας χολοκυστίτιδας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ενέχει και αυτή κινδύνους, η απόφαση θα πρέπει να λαμβάνεται κατά περίπτωση, μετά από εξέταση όλων των παραμέτρων», καταλήγει ο δρ Αναστάσιος Ξιάρχος.