H ομοιοπαθητική ιατρική αποτελεί μια φερέγγυα και πλήρη ιατρική προσέγγιση που μπορεί να δώσει και απαντήσεις για τα θέματα ψυχικής υγείας του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά. Αποτελεί, πρώτα απ΄ όλα μια θεραπευτική που αντιμετωπίζει τα θέματα υγείας και ασθένειας του κάθε ανθρώπου μέσα από μία συνολική-ολιστική διάθεση.

Σύμφωνα με αυτό το θεραπευτικό σύστημα, ο άνθρωπος λειτουργεί παντού και πάντα ως ενιαία οντότητα (και όταν μοιάζει υγιής και όταν μοιάζει άρρωστος). Και μάλιστα, λειτουργεί ως ενιαίο σύνολο, όχι μόνο ως προς το εσωτερικό του, αλλά και προς τον εξωτερικό χώρο, μαζί με τους συνανθρώπους του και τα υπόλοιπα ζώα ή φυτά. Η ζωή του λοιπόν, καθορίζεται τόσο από αυτά που συμβαίνουν μέσα του, όσο και από τις σχέσεις του με το φυσικό περιβάλλον.

Ο άνθρωπος όμως, έχει και την ξεχωριστή ιδιότητα να λειτουργεί και ως ιδιαίτερη μονάδα. Μας είναι αυτό σαφές καθώς ο καθένας έχει μια διαφορετική εξωτερική εμφάνιση. Τα δακτυλικά αποτυπώματά μας είναι εντελώς ταυτοποιημένα. Μπορεί τα όργανά μας να φαίνονται ίδια ως προς τη δομή τους, αλλά διαθέτουν έναν ιδιαίτερο τρόπο λειτουργικότητας, εντελώς ξεχωριστό για τον κάθε άνθρωπο.

Η ομοιοπαθητική ιατρική γεννήθηκε περίπου πριν 230 χρόνια από τον Γερμανοαυστριακό γιατρό Σάμουελ Χάνεμαν (1755-1843) και διατηρεί από τότε αναλλοίωτους τους βασικούς νόμους που τη διέπουν. Δεν στρέφει όμως τη δράση προς την αρρώστια ή προς το όργανο που διαφαίνεται να νοσεί, αλλά προς ολόκληρο τον οργανισμό, προς τον ίδιο τον πάσχοντα άνθρωπο. Αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο ως μια αδιάσπαστη ενότητα σώματος, ψυχής και πνεύματος και σε περιόδους υγείας και σε περιόδους ασθένειας.

Μια τέτοια αντίληψη σημαίνει ότι κάθε οργανισμός αντιμετωπίζεται ως μια ιδιαίτερη μονάδα που ανήκε στο σύνολο. Αν παραδείγματος χάριν, δύο άνθρωποι πάσχουν από έλκος δωδεκαδακτύλου ή από κρίσεις πανικού, δε θεωρούνται δύο ίδιες ‘’περιπτώσεις’’. Αντίθετα, θεωρούνται δύο εντελώς ξεχωριστοί άνθρωποι, που έχουν  και ένα επιμέρους κοινό στοιχείο, όσον αφορά στη σωματική διαταραχή. Για τον κάθε ένα από αυτούς, η ομοιοπαθητική ιατρική προτείνει μια διαφορετική και ιδιαίτερη θεραπεία, στηριγμένη πάντα στο σύνολο της ανθρώπινης παρουσίας και όχι μόνο στη διάγνωση μιας πάθησης.

Έτσι, σύμφωνα με τον ιδρυτή της ομοιοπαθητικής και όπως αποτυπώνεται στην §23 του βιβλίου του ‘Όργανον της θεραπευτικής τέχνης’’:

“Συνεπώς δεν θα θεραπεύσει κανείς φυσικά, δηλαδή ομοιοπαθητικά, αν και σε κάθε, ακόμα και οξεία περίπτωση αρρώστιας, δεν προσέχει το σύμπτωμα των μεταβολών της συναισθηματικής και ψυχικής κατάστασης και δεν επιλέγει ανάμεσα στα φάρμακα, για βοήθεια, μια τέτοια δύναμη αρρώστιας, η οποία μαζί με την ομοιότητα των άλλων της συμπτωμάτων με εκείνα της αρρώστιας, είναι επίσης ικανή να προκαλέσει από μόνη της, όμοια συναισθηματική και ψυχική κατάσταση’’

Το συμπέρασμα από αυτή την παρατήρηση του Χάνεμαν υπογραμμίζει το αδιάρρηκτο της ενότητας σώματος-ψυχής-πνεύματος και το δυσδιάκριτο μεταξύ σωματικής και ψυχικής ασθένειας, αφού με βάση τη λήψη ενός ενδελεχούς ιστορικού παρατηρείται μια επικάλυψη των συμπτωμάτων των δύο αυτών πεδίων.

Για την ομοιοπαθητική ιατρική δεν υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ σωματικών και ψυχικών νοσημάτων ή για να το διατυπώσουμε με έναν διαφορετικό τρόπο: είναι υπό αμφισβήτηση η ύπαρξη της έννοιας “νόσου”, ως αυτόνομης, αν μη τι άλλο, οντότητας.

Ακριβώς για αυτό το λόγο, θα παρατηρούσαμε ότι σε αυτή τη θεραπευτική προσέγγιση ωχριά η έννοια της ασθένειας και υπερτονίζεται η έννοια του ασθενούς. Με άλλα λόγια, η κατάθλιψη η δικιά μου, είναι εντελώς διαφορετική από την κατάθλιψη του συνανθρώπου μου. Και δεν εννοώ τη εύλογη και προφανή διαφορετικότητα αφού αναφερόμαστε σε δύο διαφορετικούς ανθρώπους, αλλά πρωτευόντως, στην εντελώς διαφορετική (ιδιαίτερη) θεραπευτική αντιμετώπιση και όσον αφορά αυτό καθ΄ αυτό το φάρμακο που θα χορηγηθεί ως ” ίαμα “.

Όταν πάντως αναφέρουμε τη λέξη φάρμακο στην ομοιοπαθητική, αναφερόμαστε σε αρκετά διαφορετική έννοια από αυτή της σύγχρονης φαρμακολογίας. Πρώτα από όλα μια τέτοια θεραπευτική προσέγγιση δεν στηρίζεται σε χημικά φάρμακα. Χρησιμοποιεί ουσίες που προέρχονται μόνο από τη φύση, δηλαδή από φυτά, ορυκτά ή ζώα. Τα ομοιοπαθητικά φάρμακα δεν υφίστανται κάποια χημική επεξεργασία. Αραιώνονται σε απεσταγμένο νερό ή οινόπνευμα και ταυτόχρονα δονούνται με συγκεκριμένο τρόπο. Όσες πιο πολλές φορές υποστούν αυτή τη διαδικασία τόσο ισχυρότερα καθίστανται (τόσο πιο δυναμοποιημένα σύμφωνα με την ομοιοπαθητική ορολογία).

Επειδή το ένα σκέλος αυτής διαδικασίας είναι οι αρχικές αραιώσεις, ένα ομοιοπαθητικό φάρμακο είναι τόσο πιο ισχυρό, όσο πιο μικρή είναι η ποσότητα του από την αρχική ουσία που περιέχει. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο μειώνεται η πιθανότητα παρενεργειών (γεγονός που αποτελεί σημαντικό πρόβλημα στη χρήση των νευροληπτικών). Αυτό το στοιχείο υποδεικνύει ότι το ομοιοπαθητικό φάρμακο δρα μέσω της δύναμης που αναπτύσσεται μέσα του και όχι μέσω της χημικής του σύστασης (δρα κυρίως ποιοτικά και όχι ποσοτικά).

Μιχάλης Λέφας Γενικός Ιατρός – Ομοιοπαθητικός