Δεν θα μάθουμε ποτέ μας πόσο μοιάζουμε

Λουκέτο η μοναξιά μας, μας κλείδωσε καλά μέσα στο σπίτι

Ζήσαμε πάντοτε αλλού και μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει

ερχόμαστε για λίγο 

                                                          Τάσος Λειβαδίτης

Τους τελευταίους δύο μήνες γινόμαστε καθημερινά μάρτυρες της άρθρωσης του “επιστημονικού” λόγου από τα χείλη ακαδημαϊκών ιατρών.

Προφανώς ο κάθε ομιλητής εμφανίζει έναν διαφορετικό τρόπο εκφοράς των εκάστοτε “επιστημονικών” στοιχείων και αυτός ο τρόπος σχετίζεται άμεσα με την προσωπικότητα του ομιλητή.

Η πλέον συμπαθής και ευρέως αποδεκτή εκδοχή είναι, πάντως, εκείνη που διακρίνεται από μια σεμνότητα (έως και ταπεινότητα θα μπορούσαμε να πούμε) και η οποία καθιστά τον ομιλούντα “έναν από εμάς”,  χωρίς καθηγητικό ύφος, οικείο και συμπάσχοντα.

Πόσο μάλλον που, σε χαλεπούς καιρούς, εμφανίζει μια εναγκαλιστική διάθεση για όλες εκείνες τις κατηγορίες ανθρώπων που πλήττονται, χωρίς διακρίσεις, όπως βέβαια είναι και το αναμενόμενο. (Αλλοίμονο, δεν είναι από εκείνους που δεν συγκαταλέγουν τα κρούσματα στις Roma κοινότητες, στον συνολικό αριθμό των ιοφορούντων ή πασχόντων και είμαι σίγουρος ότι δεν θα θεωρούσε και την ψήφο τους ανισότιμη με των υπολοίπων Ελλήνων – εκδοχές που δυστυχώς εμφανίστηκαν δημοσίως τελευταία και εξέθεσαν τους υποστηρικτές τους).

Η επιστημονική στάση έχει πάρει σαφέστατες αποστάσεις από τις εκφάνσεις του κοινωνικού ρατσισμού που μέχρι την δεκαετία του 1950-1960 είχαν εισβάλει και είχαν εφεσιβάλει το κύρος των επιστημονικών συμπερασμάτων.

Ένα θέμα, όμως, που τίθεται ως ερώτημα τον τελευταίο καιρό, σχετίζεται όχι με το κύρος, αλλά με την εγκυρότητα των συμπερασμάτων που εμφανίζουν όλοι οι ομιλητές αδιακρίτως.

Ήταν εντυπωσιακά σύνηθες ο ίδιος επιστήμονας να εκφράζει μέσα σε λίγες μέρες οριακά έως αντιδιαμετρικά  αντικρουόμενες απόψεις για το ίδιο θέμα.

Παρέμεινε όμως αναλλοίωτα σταθερό το ύφος (και το ήθος) που αυτές εξεφράζοντο: τους ομιλητές ανεξαιρέτως διέκρινε μια αδιαπραγμάτευτη σαφήνεια περί των συμπερασμάτων τους και η επίκληση μιας αδιαμφισβήτητης εγκυρότητας ως προς απόψεις ακόμα κι όταν αυτές ήταν ελάχιστα αληθοφανείς ή και (οριακά) εικονικής πραγματικότητας.

Είναι μάλιστα εντυπωσιακό ότι αυτή την εικοτολογία  συνόδευε και η οικειοποίηση των πλέον νεωτερικών επεξηγήσεων αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι η μετανεωτερικότητα αποτελεί τον κύριο τρόπο άρθρωσης “επιστημονικού” λόγου.

Με βάση ποια επιδημιολογικά δεδομένα στοιχειοθετούνται, όλες οι εκφερόμενες “επιστημονικές” εκδοχές;  Έστω και με βάση, τα στοιχεία μιας συμβατικής (και κυρίως στηριγμένης στην στατιστική) επιδημιολογίας, είναι απαραίτητη η διέλευση ικανού χρονικού διαστήματος ώστε να αποτυπωθούν όλα τα στατιστικά στοιχεία που θα οδηγήσουν σε μια έγκυρη και έγκριτη γνώση σε σχέση με το φαινόμενο της πανδημίας.

Υπάρχουν άνθρωποι π.χ. που ιοφορούν και δεν νοσούν, κι ας υποφέρουν από υποκείμενο νόσημα, υπάρχουν πρώτοι συγγενείς θανόντων που δεν ιοφορούν καν, υπάρχουν θάνατοι σε ασθενείς κάτω των 65 ετών χωρίς υποκείμενο νόσημα και μάλιστα με καλό επίπεδο υγείας με βάση την επίσημη ιατρική προσπέλαση.

Το υλικό των ασθενών είναι τόσο μεγάλο και τόσο διαφορετικό (ακόμα και στην ίδια χώρα ή πόλη) που καθιστά ανέφικτό το να κατηγοριοποιηθούν όλα αυτά τα άτομα και να φτάσουμε σε ορθολογικά , έστω συμπεράσματα για τους τρόπους που γεννήθηκε, μεταδόθηκε και οδήγησε σε νόσο ή σε θάνατο αυτή η πανδημία.

Κι ενώ είναι ολοφάνερη αυτή ή ένδεια της “επιστημονικής” κοινότητας, τα όποια, ουσιαστικά, αστήρικτα συμπεράσματα ενδύονται με έναν μανδύα αντικειμενικότητας ως εάν έχει κατακτηθεί η αλήθεια με Άλφα κεφαλαίο, ενώ ουσιαστικά διαθέτουμε από ελάχιστη έως μηδαμινά αξιόπιστη επιστημονικά (χωρίς εισαγωγικά) τεκμηρίωση. Και η αποδοχή ενός τέτοιου κώδικα επικοινωνίας αφορά σε όλους ανεξαιρέτως τους ακαδημαϊκούς ιατρούς, ανεξάρτητα από το ύφος με το οποίο ο κάθε ένας από αυτούς εκφέρει την “επιστημονική” του εκδοχή. Υποστηρίζω, ότι μια τέτοια ανεπιβεβαίωτη γνώση, υποστηρίζεται σαφώς αποτελεσματικότερα από έναν λόγο που δεν οικειοποιείται το πλέον αδιαπραγμάτευτο ύφος αυθεντίας.

Έτσι και αλλιώς η επίκληση της αντικειμενικότητας αποτελεί ένα τεράστιο επιστημολογικό θέμα, που ειδικά στην παρούσα φάση διαφαίνεται ότι είναι πολύ δύσκολο να το προσπεράσουμε  ακρίτως. Οι εκφάνσεις των επιστημόνων αρχίζουν και περιλαμβάνουν, όχι, απλά, υποκειμενικά στοιχεία, αλλά εγγίζουν τις παρυφές μια θρησκευτικής προσέγγισης, όπου τα στοιχεία μιας ατεκμηρίωτης πίστης, μιας ενοχικής κινδυνολογίας, αλλά και μιας σωτηριολογικής παρεμβατικότητας καθίστανται έκδηλα.

Όσο και αν διαφωνούμε, ο διαφωτισμός επέβαλε ένα θετικιστικό πνεύμα που απαντιωνόταν ανάγλυφα στην φράση : “υπάρχει ότι υποπίπτει στις αισθήσεις μου”. Προφανώς μια άποψη ταιριαστή σε αυτό που συντελούνταν πολιτισμικά τότε και κυοφορούνταν για να γεννηθεί αργότερα και να αποτελέσει το θεμέλιο λίθο μιας “επιστημονικής” γνώσης που μονοπωλούσε τόσο καθοριστικά την προσέγγιση των γεγονότων της ζωής, ώστε εξοβέλισε εις το πυρ το εξώτερον οιανδήποτε άποψη για τα ίδια γεγονότα.

Κι αυτή η “επιστημονική” μονολιθικότητα ενείχε και στοιχεία θρησκευτικά και στοιχεία βίας και στοιχεία επίκλησης της αδήριτους ορθότητας της ως του μοναδικού φορέα έγκυρης γνώσης. Υπήρξε λοιπόν μια συνύφανση της επιστήμης με την εξουσία, ένας – άλλου είδους – εναγκαλισμός, όπου γινόταν δυσδιάκριτο ποιός αποτελεί την πιο επίσημη και αδιαμφισβήτητη μορφή εξουσίας.

Είναι σαφές ότι η εκτελεστική και νομοθετική εξουσία υφίσταντο μεγαλύτερη κριτική ως προς την αδιαπραγμάτευτη αντικειμενικότητα τους.

Η “επιστημονική”  “ορθότητα” όμως ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε ποτέ (τουλάχιστον σε σημαντικό βαθμό) κι όχι μόνο σε θέματα ιατρικής γνώσης, βέβαια.

Και δεν αμφισβητήθηκε, ούτε καν όταν απομακρυνόταν από τον ορθολογισμό που τόσο πολύ επικαλείτο ως συστατικό στοιχείο της θέσμισης τους.

Ειδικά, στην ιατρική, όμως, παρατηρείται μια ραγδαία αυξανόμενη απόσταση από έναν θεραπευτικό ορθολογισμό (χωρίς να επικαλούμαστε ότι αυτός θα οδηγούσε αυτονόητα σε λύσεις προβλημάτων υγείας). Η evidenced  based  medicine δεν έχει, σχεδόν, καμία σχέση με αιτιολογικά θεραπευτικά σχήματα, όπως ίσχυε μέχρι πριν αρκετά χρόνια.

Και στο πεδίο της πρόσφατης πανδημίας έγινε επίκληση βίαιων, επιθετικών, αστήρικτων “επιστημονικά” σχημάτων που περιελάμβαναν ανθελονοσιακά, ανοσοκατασταλτικά ενώ έπασχε το ανοσολογικό σύστημα, αντιβιοτικά ως αντιμετώπιση του ιού, και το χειρότερο με το προσωπείο μιας “επιστημονικής εγκυρότητας” και “ορθότητας”, αναμφισβήτητης, αφού η πιθανή αμφισβήτησή της επέσειε τον κίνδυνο (δαμόκλεια σπάθη) ενός υποβόσκοντος (ή διαφαινόμενου) θανάτου.

Δεν απέφυγαν καν τον σκόπελο, πολλές φορές, μέσα σε αυτό το κινδυνολογικό κλίμα να προφητεύσουν επικείμενες ή μελλούμενες καταστροφές, αναδεικνύοντας ακόμα περισσότερο το θρησκευτικό χαρακτήρα πίστης που ενείχαν τα επιχειρήματά τους.

Αυτά, μάλιστα, τα εκβιαστικά διλήμματα συνοδεύτηκαν και με λοιδορία των όποιων διαφορετικών απόψεων (ως αστήρικτες και ανεπαρκείς επιστημονικά) που έστω έδειχναν μια κριτική στάση απέναντι στις επικρατούσες πρακτικές (ακόμα και υγιεινής και καθημερινότητας).

Αντίθετα, όπως πάντα, εξ άλλου, ευνοήθηκαν ως αξιόπιστες αβάσιμες υποθέσεις για π.χ. εμβολιασμούς (ενώ είναι σαφής η αναποτελεσματικότητα τους στην αντιμετώπιση της ομάδας των ιών που σχετίζονται με την εποχιακή γρίπη) ή την αναγκαιότητα μεγάλης απόστασης ακόμη και όταν η πανδημία βρεθεί σε κάμψη.

Ανέκαθεν, βέβαια, η επιστημονική κοινότητα προχωρούσε μέσα από την περιθωριοποίηση παράλληλων εκδοχών και την επικύρωση μιας κρατούσας, θετικιστικής,  απηνής  εκδοχής.

Η επιστήμη, βέβαια, και ειδικά η ιατρική, ποτέ δεν ήταν ουδέτερη (και όχι μόνο ως  κοινωνικά ή θεσμικά καθορισμένη) αλλά και ως προς αυτήν καθ’ εαυτή την “αδιαμφισβήτητη” γνώση που επικαλείται και αυτό φάνηκε, περισσότερο από ποτέ τώρα που διαφαίνεται να βάζει όρους και όρια και σε αυτήν την οικονομία ακόμα. Μετατρέπεται δηλαδή, όχι πλέον, έμμεσα, αλλά άμεσα σε ένα μοχλό της εξουσίας που εγκολπώνει  και στοιχεία θρησκευτικής πίστης ακόμα και όταν εκφέρεται από τα πιο “ταπεινόφρονα” χείλη.

Όσοι εμπλεκόμαστε έμμεσα ή άμεσα με την θεραπευτική, είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι ακόμα και στην πιο απλή – συνήθη- ασθένεια υπάρχει μια ευρεία γκάμα θεραπευτικών επιλογών (μέσα στο σώμα της συμβατικής ιατρικής) και η ανάδειξη της πλέον ενδεικνυόμενης δεν στηρίζεται μόνο στην απομόνωση π.χ. ενός στελέχους μικροβίου και στο αντίστοιχο αντιβιόγραμμα, αλλά και σε πολλούς άλλους παράγοντες που συναρτώνται και με την προσωπικότητα του θεραπευτή (πόσο μάλλον με την σχέση του με τον θεραπευόμενο).

Αλλά γνωρίζουμε ακόμα ότι κι η στάση εκείνη που παραδέχεται την ένδεια ή την αδυναμία των παραδεδεγμένων θεραπευτικών μεθόδων ως προς την λύση ενός θέματος, είναι πλησιέστερη στην όποια αλήθεια (επιστημονική ή “επιστημονική”) και κυρίως συνεισφέρει στην κατάληψη σε επαρκέστερα τεκμηριωμένα συμπεράσματα.

Δεν είναι απαραίτητο η ανυπαρξία ενδεδειγμένης θεραπείας (και, μάλιστα, σε θέματα που προηγούμενες ιατρικές και γενικότερα κοινωνικές πρακτικές μπορεί να υπέθαλψαν ή έστω να εννόησαν, να εμφανιστούν) να αποτελούν (για μια ακόμη φορά) το εφαλτήριο επίκλησης κινδυνολογικών, σωτηριολογικών, ανεπικύρωτων στάσεων ζωής (και φαρμακευτικής πρακτικής) που ενώ βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση από μια αληθινή γνώση των γεγονότων της ζωής και του θανάτου, να χρησιμοποιούνται από την ιατρική κοινότητα ως ορθός αλάθητος (έως και μοναδικός) οδηγός λύσης των προβλημάτων, να επιβάλλουν ουσιαστικά μια “εξ αποκαλύψεως” αλήθεια, που αγνοεί εν πολλοίς είτε το σώμα των ασθενών ως σύνολο, είτε τον κάθε άρρωστο ξεχωριστά.

Τελικά, ούτε στο μύθο υπήρξε ουσιαστική παρενδυσία !

Ο βασιλιάς ήταν (και παραμένει) γυμνός !

Βέβαια, και στους ασθενείς εναπόκειται να μην υποθέτουν λύσεις που εκπονούνται ερήμην τους, ενοχοποιούν την όποια αντίστασή τους και δεν ελέγχονται επαρκώς για την εγκυρότητα τους, να συνειδητοποιήσουν , δηλαδή, ότι η ιατρική γνώση και εγκολπώνει, αλλά γεννά εξουσία τέτοια που θέτει την αυτονομία του καθενός και της καθεμίας από εμάς σε μεγάλη αμφισβήτηση.

Οι στίχοι του μεγάλου Άγγλου ποιητή, περιγράφουν τόσο αδυσώπητα ταιριαστά, αλλά και τόσο γυμνά αποκαλυπτικά την στάση της επιστημονικής κοινότητας και σε αυτήν την περίοδο της πανδημίας του κορώνα-ιού:

Από τον    Μιχάλη  Λέφα  Ιατρο-Ομοιοπαθητικό

Endless invention, endless experiment,

Brings knowledge of motion, but not of stillness

Knowledge of speech, but not of silence,

Knowledge of words  and ignorance of the Word

All  our knowledge brings us nearer to our ignorance

All our ignorance brings us nearer to death,

But nearness to death not near to God

Where is the Life we have lost in living ?

Where is the wisdom we have lost in knowledge ?

Where is the knowledge we have lost in information ?

 

                                                                                  T.S. Eliot

Ατελείωτη εφεύρεση, ατελείωτο πείραμα, Φέρνει γνώση της κίνησης, αλλά όχι της ηρεμίας
Γνώση της ομιλίας, αλλά όχι της σιωπής
Γνώση των λέξεων και άγνοια του Λόγου Όλες οι γνώσεις μας μας φέρνουν πιο κοντά στην άγνοιά μας
Όλη η άγνοιά μας μας φέρνει πιο κοντά στο θάνατο,
Αλλά η εγγύτητα στο θάνατο δεν είναι κοντά στον Θεό
Πού είναι η ζωή που έχουμε χάσει στη επιβίωση;
Πού είναι η σοφία που έχουμε χάσει στη γνώση;
Πού είναι η γνώση που έχουμε χάσει σε πληροφορίες;