Λίγες ώρες πριν από την επαναλειτουργία και των μικρότερων βαθμίδων εκπαίδευσης (Δημοτικά, Νηπιαγωγεία, Παιδικοί Σταθμοί και Ειδικά Σχολεία), που θα ξεκινήσει τη Δευτέρα 1 Ιουνίου,  όλοι μαζί, μαθητές, γονείς, πολιτεία και επιστημονική κοινότητα, καλούμαστε να κάνουμε ένα σημαντικό βήμα για την επιστροφή σε μια καθημερινή ομαλότητα που όχι μόνο έχει λείψει από τα παιδιά αλλά και αποδεικνύεται απαραίτητη για την υγεία και τη σωστή ανάπτυξή τους.

Η λειτουργία όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης αποτελεί σημαντικό κομμάτι της διαδικασίας επανεκκίνησης της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας. Το Κέντρο Κλινικής Επιδημιολογίας και Έκβασης Νοσημάτων – CLEO (cleoresearch.org) επισημαίνει πως τα στοιχεία πρόσφατων ερευνών επιβεβαιώνουν τις σοβαρές επιπτώσεις στην ψυχική και σωματική υγεία και ανάπτυξη των μαθητών από την παρατεταμένη αποχή από τη σχολική διαδικασία, ενώ οι σχετικές οδηγίες των μεγαλύτερων διεθνών οργανισμών ενθαρρύνουν την επιστροφή στη «σχολική κανονικότητα».

Όπως τονίζει, άλλωστε, η UNESCO «τα σχολεία είναι κόμβοι κοινωνικής δραστηριότητας και ανθρώπινης αλληλεπίδρασης και όταν κλείνουν πολλά παιδιά και νέοι χάνουν την κοινωνική επαφή που είναι απαραίτητη για τη μάθηση και την ανάπτυξη».

 

Γιατί έκλεισαν τα σχολεία;

Το κλείσιμο όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης, ένα από τα πρώτα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης που έλαβε η χώρα μας έναντι της πανδημίας του SARS-CoV-2, έγινε προληπτικά, όπως στις περισσότερες χώρες του κόσμου. Από τις 8 Απριλίου 2020 τα σχολεία έχουν τεθεί σε αναστολή σε εθνικό επίπεδο σε 188 χώρες, σύμφωνα με την UNESCO. Στα πρώτα στάδια θωράκισης της κοινότητας έναντι της νόσου οι επιστήμονες δεν είχαν προλάβει να μελετήσουν τη μεταδοτικότητα του νέου κορονοιού μέσα στα σχολεία και το ρόλο των σχολείων στη μετάδοσή του στην ευρύτερη κοινότητα, αλλά το κλείσιμο των σχολείων χρησιμοποιήθηκε ως ένα μέτρο που είχε επαναληφθεί στο παρελθόν για την αντιμετώπιση προηγούμενων επιδημιών (όπως της γρίπης) και άρα βασίστηκε σε μελέτες μετάδοσης των λοιμώξεων που έδειχναν πως όταν τα παιδιά νοσούν, συμβάλλουν σημαντικά στη μετάδοση.

Ωστόσο, τα μετέπειτα δεδομένα για τη μετάδοση του SARS-CoV-2 έδειξαν ότι οι κορονοϊοί δεν ακολουθούν το ίδιο μοντέλο μετάδοσης με τους ιούς της γρίπης. Ο SARS-CoV-2 που προκαλεί τον COVID-19 προσβάλλει κατά κύριο λόγο ενήλικες και μάλιστα άτομα της τρίτης ηλικίας και μόνο το 1% των ασθενών είναι παιδιά κάτω των 10 ετών. Αυτός πιθανολογείται πως είναι και ο λόγος που στην Ταϊβάν η εξάπλωση του COVID-19 ελαχιστοποιήθηκε χωρίς να κλείσουν τα σχολεία αλλά με περιοριστικά μέτρα μόνο για τις ομάδες υψηλού κινδύνου.

Μολονότι ο ακριβής ρόλος των παιδιών στη μετάδοση του ιού δεν είναι απολύτως σαφής, τα έως τώρα δεδομένα βεβαιώνουν ότι ο ρόλος τους είναι πιο περιορισμένος σε σύγκριση με των ενηλίκων. Φυσικά, σε αυτή την κατεύθυνση συνεχίζονται συστηματικές έρευνες από τους επιστήμονες προκειμένου να ληφθούν όλες οι απαραίτητες πρόνοιες για τη μέγιστη θωράκιση και των σχολείων έναντι της διασποράς του ιού.

 

Πόσο προστατευμένοι είναι οι μαθητές;

Όπως σημειώνει ο Δρ. Θεοκλής Ζαούτης, Παιδίατρος – Λοιμωξιολόγος και Επιστημονικός Διευθυντής του CLEO, «μελέτες που προσπαθούν να κατανοήσουν τον τρόπο με τον οποίο ο COVID-19 επηρεάζει τις νεότερες ηλικίες, υποδεικνύουν πως ένας από τους λόγους που τα παιδιά νοσούν σε μικρότερο βαθμό και σίγουρα πιο ήπια από τους ενήλικες είναι ότι έχουν λιγότερους υποδοχείς ενζύμου μετατροπής αγγειοτασίνης II (ACE-2) στους πνεύμονες. Το γεγονός αυτό περιορίζει την πιθανότητα ο ιός να εισέλθει σε ένα κύτταρο προκαλώντας σοβαρές βλάβες. Όπως επισημαίνει ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) σε πρόσφατη έκθεσή του νωρίτερα τον Μάιο σχετικά με τις επιπτώσεις του COVID-19 στα παιδιά, είναι επίσης πιθανό το ανοσοποιητικό σύστημα των παιδιών να μπορεί να ελέγξει τον ιό καλύτερα από των εφήβων και των ενηλίκων, εντοπίζοντας και εξαλείφοντάς τον ήδη από την εμφάνισή του στους πνεύμονες».

Είναι ενδεικτικό, εξάλλου, ότι σύμφωνα με πρόσφατη εκτίμηση της εξειδικευμένης επιστημονικής ομάδας του Imperial College London  το κλείσιμο όλων των σχολείων δεν θα είχε αποτρέψει περισσότερο από 2% έως 4% των θανάτων από τον COVID-19 παγκοσμίως. Άλλα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης μπορούν να αποδειχθούν πολύ πιο αποτελεσματικά.

 

Γιατί είναι σημαντική η επιστροφή στα θρανία;

Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, είναι σημαντικό να σταθμίσουμε τις επιπτώσεις για τα παιδιά από την παρατεταμένη αποχή από τη σχολική διαδικασία. Όπως επιβεβαιώνει πρόσφατο άρθρο των Esposito & Principi  το κλείσιμο των σχολείων οξύνει τις κοινωνικο-οικονομικές ανισότητες, καθώς:

  • προκειμένου να παρακολουθήσουν αποτελεσματικά την εκπαιδευτική διαδικασία μέσω Διαδικτύου τα παιδιά 5 έως 10 ετών χρειάζονται βοήθεια από τους γονείς τους, πράγμα που σημαίνει πως όταν εκείνοι δεν μπορούν να εργαστούν από το σπίτι θα πρέπει να επιλέξουν είτε να χάσουν εισόδημα προκειμένου να υποστηρίξουν τα παιδιά τους είτε να αφήσουν τα παιδιά χωρίς βοήθεια, και
  • από σπίτι σε σπίτι υπάρχει μεγάλη διαφορά στη δυνατότητα πρόσβασης στα απαραίτητα τεχνολογικά εργαλεία.

Παράλληλα, η συνεχής συνύπαρξη των μελών της οικογένειας στον ίδιο χώρο εντείνει τα φαινόμενα ψυχολογικής και σωματικής βίας σε βάρος των παιδιών, κάτι που επιβεβαιώνεται από πλήθος μελετών οι οποίες έχουν δείξει πως σε τέτοιες περιπτώσεις καταγράφεται σημαντική αύξηση της ενδοοικογενειακής βίας.

Η σχολική ρουτίνα είναι σημαντικός μηχανισμός για τη διατήρηση της εσωτερικής ισορροπίας σε παιδιά και εφήβους, ιδιαίτερα σε αυτούς που ήδη αντιμετωπίζουν προβλήματα ψυχικής υγείας και στους οποίους η αποχή από το σχολείο στερεί μια «άγκυρα», με κίνδυνο να υποτροπιάσουν. Σε περιπτώσεις παιδιών με μαθησιακά προβλήματα, είναι ενδεικτικό ότι η πρόοδος σε συνεδρίες λογοθεραπείας και ομάδες κοινωνικών δεξιοτήτων μπορεί σταματήσει όταν αυτές διακόπτονται. Παράλληλα, παιδιά με ειδικές ανάγκες μπορεί να χάσουν την ευκαιρία να αναπτύξουν βασικές δεξιότητες.

Την ίδια ώρα, δεν είναι μικρότερης σημασίας προβλήματα όπως η κακή διατροφή, η αποχή από τη φυσική δραστηριότητα αλλά και η κοινωνική απομόνωση που υφίστανται οι νέοι μακριά από την κανονική καθημερινότητά τους.

Τέλος, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι σε περιπτώσεις που ενώ είναι κλειστά τα σχολεία οι γονείς συνεχίζουν να εργάζονται εκτός σπιτιού, η συνηθισμένη λύση να μένουν τα παιδιά με γιαγιάδες και παππούδες (ευπαθείς ομάδες) επιφέρει ρίσκο μετάδοσης και νόσησης των τελευταίων.

 

Επιστροφή, αλλά με ασφάλεια!

Φυσικά, η επιστροφή στα σχολεία πρέπει να συνοδεύεται από όλα τα απαραίτητα μέτρα ατομικής προστασίας μαθητών και εκπαιδευτικών, αλλά και των ατόμων του περιβάλλοντός τους.

Ειδικότερα, σύμφωνα και με τα μέτρα που ανακοίνωσε το αρμόδιο Υπουργείο Παιδείας, απαιτούνται:

  • μικρότερες σε αριθμό μαθητών τάξεις,
  • τήρηση αποστάσεων,
  • υγιεινή χεριών και
  • υγιεινή αιθουσών.

Στην ίδια κατεύθυνση, ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόταση του Δρ. Δημήτρη Χρηστάκη από το Seattle Children’s Research Institute για τη δημιουργία μιας Ειδικής Ομάδας με τη συμμετοχή εκπαιδευτικών, παιδοψυχολόγων και επιδημιολόγων, με στόχο να ερευνηθούν παράμετροι όπως η μετάδοση του ιού μέσα στην οικογένεια, η αποτελεσματικότητα της εξ αποστάσεως διδασκαλίας αλλά και οι ψυχολογικές επιπτώσεις για τα παιδιά που συνεχίζουν να μένουν στο σπίτι.

Η απειλή της πανδημίας παραμένει υπαρκτή και πολλές από τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις που προκάλεσε στην ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων η παρατεταμένη αποχή από τη σχολική διαδικασία δεν είναι ακόμα σαφείς. Γι’ αυτό, είναι σημαντικό να στηρίξουμε τους μαθητές για την ασφαλή επιστροφή σε μια κανονικότητα που θα έχει οφέλει για την υγεία, την ανάπτυξη και την ευημερία τους.