Επιτέλους θετικά μηνύματα έρχονται από το διαδικτυακό συνέδριο της Ευρωπαικής Εταιρείας Κλινικής Ογκολογίας για μια πρωτοποριακή μονοθεραπεία για τον προχωρημένο μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα.

Ο καρκίνος του πνεύμονα αποτελεί την κύρια αιτία θανάτου λόγω καρκίνου παγκοσμίως, με πάνω από 2,2 εκατομμύρια νέα περιστατικά να αναμένεται να διαγνωστούν παγκοσμίως το 2020. Περίπου το 85% του συνόλου των τύπων καρκίνου του πνεύμονα αντιστοιχεί σε μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα (NSCLC), ενώ υπολογίζεται ότι το 25% έως 30% των περιστατικών αυτών αναμένεται να παρουσιάζουν θετική έκφραση του PD-L1 σε ≥50% των καρκινικών κυττάρων. Ενώ οι ανοσοθεραπείες έχουν μετασχηματίσει τη θεραπεία του προχωρημένου μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα (NSCLC) τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί να υφίσταται ανεκπλήρωτη ανάγκη για τη βελτιστοποίηση της αναγνώρισης και της αντιμετώπισης των ασθενών με  υψηλή έκφραση του PD-L1 και την προσφορά πρόσθετων θεραπευτικών επιλογών.

Η μελέτη συνέκρινε  το cemiplimab ως μονοθεραπεία με τη διπλέτα χημειοθεραπείας με πλατίνα, σε ασθενείς με θετική έκφραση του PD-L1 στα καρκινικά κύτταρα, συμπεριλαμβανομένων ασθενών με επιβεβαιωμένη έκφραση του PD-L1 σε ≥50% των καρκινικών κυττάρων. Τα συγκεκριμένα αποτελέσματα αποτελούν τη βάση για την κατάθεση εγκριτικών φακέλων στις ρυθμιστικές αρχές των ΗΠΑ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αλλού.

«Νέες αναλύσεις που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο της ESMO έδειξαν πως το cemiplimab μείωσε τον κίνδυνο θανάτου κατά 43% σε ασθενείς με επιβεβαιωμένη έκφραση του PDL1 σε ποσοστό 50% ή μεγαλύτερο των καρκινικών κυττάρων. Αποτελεί αξιοσημείωτο αποτέλεσμα, δεδομένου ότι σχεδόν τα τρία τέταρτα των ασθενών είχαν μετακινηθεί από το σκέλος της χημειοθεραπείας στο σκέλος θεραπείας με cemiplimab μετά την εμφάνιση εξέλιξης της νόσου και το 12% των ασθενών ήταν προθεραπευμένοι για εγκεφαλικές μεταστάσεις που βρίσκονταν σε σταθερή κατάσταση», δήλωσε ο Ahmet Sezer, M.D., Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Ιατρικής Ογκολογίας του Πανεπιστημίου Başkent στα Άδανα της Τουρκίας και ερευνητής της μελέτης. «Τα αποτελέσματα αυτά υποστηρίζουν ότι η μονοθεραπεία με cemiplimab αποτελεί μια δυνητικά νέα αντι-PD-1 θεραπευτική επιλογή πρώτης γραμμής στη θεραπεία του προχωρημένου μη-μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα».

Στο συνολικό πληθυσμό της μελέτης (n=710), η διάμεση παρακολούθηση ήταν 13 μήνες τόσο για το cemiplimab (n=356· εύρος: <1-32 μήνες), όσο και για τη χημειοθεραπεία (n=354· εύρος: <1-32 μήνες). Σε αυτούς τους ασθενείς, το cemiplimab κατέδειξε τα παρακάτω αποτελέσματα σε σύγκριση με τη χημειοθεραπεία:

  • Μείωση του κινδύνου θανάτου κατά 32% (λόγος κινδύνου [HR]=0,68· διάστημα εμπιστοσύνης 95% [CI]: 0,53-0,87· p=0,0022).
  • Διάμεση συνολική επιβίωση 22 μηνών (OS· 95% CI: 18 μήνες έως μη αξιολογήσιμο) σε σύγκριση με 14 μήνες (95% CI: 12-19 μήνες).
  • Μείωση του κινδύνου εξέλιξης της νόσου κατά 41% (HR=0,59· 95% CI: 0,49-0,72· p<0,0001). Η διάμεση επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS) ήταν 6,2 μήνες (95% CI: 4,5-8,3 μήνες) σε σύγκριση με 5,6 μήνες (95% CI: 4,5-6,1 μήνες).
  • Ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης 37% (ORR· 95% CI: 32-42%. Το ποσοστό πλήρους ανταπόκρισης [CR] ήταν 3% και το ποσοστό μερικής ανταπόκρισης [PR] ήταν 33%) σε σύγκριση με ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης 21% (95% CI: 17-25%. Το ποσοστό CR ήταν 1% και το ποσοστό PR ήταν 20%).

Πραγματοποιήθηκε επίσης μια προκαθορισμένη ανάλυση των δεδομένων από ασθενείς με επιβεβαιωμένη έκφραση του PD-L1 σε ≥50% των καρκινικών κυττάρων (n=563). Στη συγκεκριμένη ομάδα, η διάμεση παρακολούθηση ήταν 11 μήνες τόσο για το cemiplimab (n=283· εύρος: <1-32 μήνες) όσο και για τη χημειοθεραπεία (n=280· εύρος: <1-30 μήνες) και το cemiplimab κατέδειξε τα παρακάτω αποτελέσματα σε σύγκριση με τη χημειοθεραπεία:

  • Μείωση του κινδύνου θανάτου κατά 43% (HR=0,57· 95% CI: 0,42-0,77· p=0,0002).
  • Δεν επιτεύχθηκε διάμεση συνολική επιβίωση (OS) (95% CI: 18 μήνες έως μη αξιολογήσιμο) σε σύγκριση με 14 μήνες (95% CI: 11-18 μήνες).
  • Μείωση του κινδύνου εξέλιξης της νόσου κατά 46% (HR=0,54· 95% CI: 0,43-0,68· p<0,0001). Η διάμεση επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS) ήταν 8 μήνες (95% CI: 6-9 μήνες) σε σύγκριση με 6 μήνες (95% CI: 5-6 μήνες).
  • Το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR) ήταν 39% (95% CI: 34-45%· το ποσοστό πλήρους ανταπόκρισης [CR] ήταν 2% και το ποσοστό μερικής ανταπόκρισης [PR] ήταν 37%) σε σύγκριση με ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης 20% (95% CI: 16-26%· το ποσοστό CR ήταν 1% και το ποσοστό PR ήταν 19%).

Επιπλέον, η μελέτη εντόπισε μια άμεση συσχέτιση ανάμεσα στην ανταπόκριση του όγκου και των επιπέδων έκφρασης του PD-L1 στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με cemiplimab. Το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR) ήταν υψηλότερο (46%· εύρος: 36-56%) σε ασθενείς  με έκφραση του PD-L1 σε ≥90% των καρκινικών κυττάρων, με τα καρκινικά κύτταρα να συρρικνώνονται κατά ποσοστό μεγαλύτερο από 40% μετά από 6 μήνες θεραπείας κατά μέσο όρο (σύμφωνα με τη μέθοδο προώθησης τελευταίας παρατήρησης [last observation carried forward/LOCF). Η συγκεκριμένη συσχέτιση με τα επίπεδα έκφρασης του PD-L1 δεν παρατηρήθηκε στους ασθενείς που έλαβαν χημειοθεραπεία.