Νέα αποτελέσματα από μία ανοικτή μελέτη επέκτασης του dupilumab έδειξαν ότι το προφίλ ασφάλειας και αποτελεσματικότητας που παρατηρήθηκε σε προηγούμενες μελέτες του dupilumab διατηρήθηκε για χρονικό διάστημα έως και τριών ετών σε ενήλικες και εφήβους με μέτριο έως πνευμονικής λειτουργίας . Τα δεδομένα από τη μελέτη παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο μίας συνεδρίας σε απευθείας μετάδοση του φετινού διαδικτυακού Διεθνούς Συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Πνευμονολογικής Εταιρείας (ERS).

 

«Τα δεδομένα αυτά δείχνουν ότι το dupilumab ενδέχεται να επιβραδύνει την προοδευτική έκπτωση της πνευμονικής λειτουργίας που παρατηρείται σε πολλούς ασθενείς με μέτριο έως σοβαρό άσθμα, όπως καταδεικνύεται από τη βελτίωση της πνευμονικής λειτουργίας που διατηρήθηκε για διάστημα έως και τριών ετών. Επιπλέον, οι ασθενείς που έλαβαν dupilumab διατήρησαν τον έλεγχο του άσθματος και έδειξαν μειωμένα ποσοστά σοβαρών παροξύνσεων άσθματος που είναι πιθανό να οδηγήσουν σε νοσηλεία» δήλωσε ο Michael Wechsler, M.D., M.M.Sc., Διευθυντής του Ινστιτούτου της Οικογένειας Cohen για το Άσθμα του Nοσοκομείου National Jewish Health στο Ντένβερ του Κολοράντο και κύριος ερευνητής της μελέτης. «Το γεγονός αυτό ενισχύει την αξία του dupilumab ως συνεχούς μακροπρόθεσμης θεραπευτικής αγωγής για τη βελτίωση της ικανότητας των ασθενών να αναπνέουν και διατήρησης του ελέγχου του άσθματος, ειδικά για τους ασθενείς με υψηλότερους δείκτες υποκείμενης φλεγμονής τύπου 2».

Οι αναλύσεις που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Πνευμονολογικής Εταιρείας (ERS) αφορούν περισσότερους από 2.200 ασθενείς που είχαν προηγουμένως συμμετάσχει σε μελέτες για το άσθμα με dupilumab, συμπεριλαμβανομένων τριών πιλοτικών μελετών που διήρκεσαν από 24 έως 52 εβδομάδες. Οι ασθενείς μετέβησαν στη μελέτη επέκτασης αφότου ολοκλήρωσαν την ενεργή θεραπεία ή τη θεραπεία με εικονικό φάρμακο στις αρχικές μελέτες και έλαβαν θεραπεία για διάστημα έως και δύο επιπλέον ετών, με αποτέλεσμα να υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα θεραπείας που αντιστοιχούν συνολικά σε έως και τρία έτη. Οι αναλύσεις ασφάλειας περιλαμβάνουν ασθενείς και από τις τρεις πιλοτικές μελέτες για το άσθμα, ενώ οι αναλύσεις αποτελεσματικότητας και βιοδεικτών περιλαμβάνουν ασθενείς μη εξαρτώμενους από τη χορήγηση από του στόματος κορτικοστεροειδών που συμμετείχαν στις πιλοτικές μελέτες QUEST Φάσης 2β και Φάσης 3. Πρόσθετα μακροχρόνια δεδομένα αποτελεσματικότητας σε ασθενείς εξαρτώμενους από τη χορήγηση από του στόματος κορτικοστεροειδών θα παρουσιαστούν σε μελλοντικό συνέδριο. Τα αποτελέσματα έδειξαν τα εξής:

  • Πνευμονική λειτουργία: Οι ασθενείς συνέχισαν να εμφανίζουν βελτίωση της πνευμονικής λειτουργίας κατά 13-22% στις 96 εβδομάδες, σύμφωνα με μέτρηση της μέσης μεταβολής του βίαια εκπνεόμενου όγκου αέρα στο πρώτο δευτερόλεπτο (FEV1) σε σχέση με την έναρξη της μελέτης στις αρχικές μελέτες για το άσθμα.
  • Παροξύνσεις άσθματος: Οι ασθενείς διατήρησαν χαμηλό ποσοστό σοβαρών παροξύνσεων άσθματος (μη προσαρμοσμένο ετησιοποιημένο ποσοστό σοβαρών εξάρσεων) με μέσο όρο συμβάντων 0,31-0,35 ανά έτος. Κατά το έτος πριν από την έναρξη των μελετών του dupilumab, το ποσοστό των σοβαρών παροξύνσεων άσθματος αντιστοιχούσε σε 2,09-2,17 συμβάντα ανά έτος.
  • Φλεγμονή τύπου 2: Η βελτίωση όσον αφορά στην πνευμονική λειτουργία και τις παροξύνσεις άσθματος ήταν μεγαλύτερη στα άτομα με αυξημένο αριθμό ηωσινόφιλων στο αίμα ή αυξημένα επίπεδα κλάσματος εκπνεόμενου μονοξειδίου του αζώτου (FeNO) κατά την έναρξη της μελέτης, που αποτελούν δείκτες φλεγμονής τύπου 2. Σε αυτά τα μακροχρόνια αποτελέσματα, οι ασθενείς εμφάνισαν μείωση του αριθμού των ηωσινόφιλων στο αίμα (23-35%) και της ανοσοσφαιρίνης Ε (IgE) στο αίμα για ασθενείς από την πιλοτική μελέτη Φάσης 2β (82%) σε σύγκριση με την έναρξη της μελέτης στις αρχικές μελέτες για το άσθμα.
  • Το ποσοστό των ασθενών με ανεπιθύμητες ενέργειες (ΑΕ) στην ανοικτή μελέτη επέκτασης ήταν παρόμοιο με το ποσοστό που παρατηρήθηκε στις προηγούμενες πιλοτικές μελέτες του dupilumab για το άσθμα. Κατά την περίοδο θεραπείας διάρκειας 96 εβδομάδων, το συνολικό ποσοστό ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν 76-88% και οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν ρινοφαρυγγίτιδα (18-26%) και ερύθημα στο σημείο της έγχυσης (2-23%). Συνολικά, σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν στο 9-13% των ασθενών.

Το dupilumab είναι  ένα  πλήρως ανθρώπινο μονοκλωνικό  αντίσωμα  που αναστέλλει τη  σηματοδότηση των ιντερλευκίνη-4 (IL-4) και ιντερλευκίνη-13 (IL-13) πρωτεϊνών. Δεδομένα από κλινικές μελέτες του dupilumab έχουν δείξει ότι η ιντερλευκίνη-4 και η ιντερλευκίνη-13 αποτελούν σημαντικούς παράγοντες της Φλεγμονής Τύπου 2, η οποία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο άσθμα, τη χρόνια ρινοκολπίτιδα με ρινικούς πολύποδες και την ατοπική δερματίτιδα. Περισσότεροι από 170.000 ασθενείς έχουν ξεκινήσει να λαμβάνουν θεραπεία με dupilumab για όλες τις εγκεκριμένες ενδείξεις παγκοσμίως.