Την ανωτερότητα των μη επεμβατικών αισθητικών θεραπειών καταδεικνύει η προτίμηση των γυναικών σε αυτές. Σύμφωνα με τη Διεθνή Εταιρεία Αισθητικής Πλαστικής Χειρουργικής (ISAPS), το 2018 οι αισθητικές επεμβάσεις παρουσίασαν άνοδο κατά 5,4%, εκ των οποίων οι μη επεμβατικές θεραπείες, κατά 10,4%. Το ποσοστό αυτό είναι σημαντικά υψηλότερο από εκείνο των επεμβατικών θεραπειών, οι οποίες αυξήθηκαν κατά μόλις 0,6%.

«Μεγάλη τάση προς τις κοσμητικές επεμβάσεις, ιδιαίτερα εκείνων που δεν απαιτούν χειρουργικό νυστέρι, έχει παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια και στη χώρα μας. Ο βασικότερος λόγος είναι αφενός η μεγάλη επιρροή από τα μέσα ενημέρωσης και δικτύωσης, με τις ιδιαίτερα αψεγάδιαστες  φωτογραφίες μοντέλων και αφετέρου η μεγάλη τάση του ανθρώπου να αποκτήσει το επιθυμητό αποτέλεσμα όσο το δυνατό ανώδυνα και άμεσα. Η αλματώδης εξέλιξη της τεχνολογίας, που έχει επιτρέψει την ανώδυνη ανανέωση της εμφάνισης της επιδερμίδας, έχει άρει και τα δύο βασικότερα εμπόδια: του πόνου και της μακρόχρονης ανάρρωσης. Δεν αποτελεί έκπληξη, λοιπόν, το γεγονός ότι οι άνθρωποι ενδιαφέρονται περισσότερο από ποτέ για την εμφάνισή τους, δεν αρκούνται στην ενημέρωση και στην επιθυμία, αλλά τολμούν να κάνουν το επόμενο βήμα», σημειώνει η πλαστική χειρουργός προσώπου – ΩΡΛ Δρ. Γεωργία Κατσούλη.

Η σκέψη για ανανέωση της επιδερμίδας ξεκινά συχνά μετά από την ηλικία των 30-35. Τα πρώτα σημάδια της γήρανσης εμφανίζονται στο δέρμα γύρω στα 25, με τη μείωση του κολλαγόνου και της ελαστίνης. Στη φάση αυτή, όμως, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας, αφού το νεανικό δέρμα διαθέτει μηχανισμούς αυτοδιόρθωσης και δύναται να διορθώσει τις μικρές ατέλειες, διατηρώντας την ελαστικότητα, τη λάμψη, και τη σφριγηλότητά του.

Με την πάροδο του χρόνου, η αφυδάτωση, η μειωμένη ελαστικότητα και η ελάττωση των βιταμινών και των πρωτεϊνών στο δέρμα προσδίδουν σε αυτό μια εικόνα αλλοίωσης, με αποτέλεσμα να δείχνει άτονο, θαμπό με εμφανή σημεία κόπωσης και γήρανσης.

Για τη βελτίωση της όψης του δέρματος έχουν εδραιωθεί πολλές επιστημονικές μέθοδοι, άλλες με χαμηλό κόστος και άλλες με υψηλότερο. Άλλες κάνουν χρήση εξωγενών αυξητικών παραγόντων για ανάπλαση και άλλες αυτόλογων αυξητικών παραγόντων (από το αίμα μας). Ορισμένες πραγματοποιούνται στο χειρουργικό τραπέζι και άλλες με λιγότερο επεμβατικές μεθόδους. Στις τελευταίες, για να επιτευχθεί ένα αποτέλεσμα συντήρησης που δεν θα χρειαστεί αργότερα μια πιο επιθετική αντιμετώπιση είναι απαραίτητη η επαναληψιμότητα.

Τα αποτελέσματα των μεθόδων των αισθητικών παρεμβάσεων, μέχρι τώρα, έχουν μέση διάρκεια 9-18 μήνες. Έχοντας σκοπό την αύξηση της χρονικής διάρκειας του αποτελέσματος, η εντατική ιατρική έρευνα απέδωσε καρπούς. Ανακαλύφθηκαν μέθοδοι και κατασκευάστηκαν εξελιγμένες συσκευές που αναπλάθουν το δέρμα και απαλλάσσουν από τις ρυτίδες, μέσω της ενεργοποίησης φυσικών μηχανισμών αυτοδιόρθωσης στον οργανισμό.

Μία από αυτές βασίζεται στον ιονισμό σωματιδίων ενός αερίου μεταξύ δέρματος και συσκευής, χρησιμοποιώντας την 4η κατάσταση της ύλης, το Plasma. Πρόκειται για την πιο εξελιγμένη μέθοδο ανάπλασης-σύσφιξης και αναγέννησης δέρματος, χωρίς χειρουργικές τομές και μεγάλο χρόνο ανάρρωσης, γνωστή και ως μη χειρουργικό facelift αφού η επιστροφή στις δραστηριότητες επιτρέπεται αμέσως μετά τη θεραπεία.

Ο ασφαλής εξοπλισμός που διαθέτει το μηχάνημα δημιουργεί έναν ιονισμό στα σωματίδια του αέρα μεταξύ του άκρου (tip) της συσκευής και του δέρματος, για να σχηματιστεί “Plasma”. Παράγεται ένα ηλεκτρικό τόξο που οδηγεί στην εξάχνωση, δηλαδή τη μετατροπή του στερεού (δέρμα) σε αέριο (plasma). Επομένως, τα αποτελέσματα είναι άμεσα ορατά.

Το σημαντικό είναι ότι δεν δημιουργείται βλάβη στους γύρω ιστούς, αφού δε μεταφέρεται θερμότητα, όπως συμβαίνει με τις ραδιοσυχνότητες και τα Laser. Το δέρμα συστέλλεται και συσφίγγει και το τελικό αποτέλεσμα είναι συγκρίσιμο με εκείνο των χειρουργικών επεμβάσεων.

Η μέθοδος Plasma, όπως ονομάζεται, προσφέρει χειρουργική ακρίβεια χωρίς, όμως, τη χρήση νυστεριού και χωρίς τη χρήση ενδοφλέβιας αναισθησίας ή κάποιας ενέσιμης φαρμακευτικής ουσίας.

Πολλές μελέτες έχουν δείξει μέχρι σήμερα ότι η μέθοδος Plasma ενδείκνυται για τη θεραπεία των πεσμένων άνω βλεφάρων (βλεφαροπλαστική), καθώς και της έντονης ρυτίδωσης γύρω από τα μάτια. Αντιμετωπίζει τα σημάδια ακμής ή τις ρυτίδες γύρω από το στόμα, το μέτωπο και τις ρινοπαρειακές αύλακες, καθώς και αποτελεί λύση στην εμφάνιση διπλοσάγονου και των ρυτίδων του λαιμού, ακόμη και στην αντιμετώπιση των ραγάδων μετά από σημαντική απώλεια κιλών και δυσχρωμιών από την έκθεση στον ήλιο.

«Πρόκειται για μια ανώδυνη θεραπεία, που μόνο στις πιο ευαίσθητες περιοχές, όπως τα μάτια, απαιτεί τη χρήση μιας τοπικής αναισθητικής κρέμας. Με την εφαρμογή της μεθόδου Plasma στο δέρμα δημιουργούνται μικρές τελίτσες ουλώδους ιστού (κρούστες) εξαιτίας της εξάχνωσης. Αυτές οδηγούν στην έναρξη διαδικασιών αυτοδιόρθωσης στο δέρμα, με αποτέλεσμα την ανάπλαση της επιδερμίδας. Οι κρούστες παραμένουν για 4-6 μέρες. Μέχρι να πέσουν και να δώσουν το νεοσχηματισθέν δέρμα, μπορεί να καλυφτούν με ειδικό make-up. Ο χρόνος και ο αριθμός συνεδριών εξαρτάται από την περιοχή του προσώπου που χρήζει βελτίωσης και τη βαρύτητα του προβλήματος», διευκρινίζει η Δρ. Κατσούλη.

Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό ακόμη και αμέσως μετά την πρώτη συνεδρία, συνήθως, όμως, ολοκληρώνεται στους 3 μήνες. Ο αριθμός των επισκέψεων καθορίζεται από το γιατρό και μπορεί να είναι από 1-3, με μεσοδιάστημα τουλάχιστον 40 ημερών.

Ενδιάμεσα των θεραπειών δεν επιτρέπεται η έγχυση ενέσιμων ουσιών στις «προς θεραπεία» περιοχές, χημικά ή άλλου τύπου peeling καθώς και η χρήση laser. Επιτρέπεται η καλή ενυδάτωση και φυσικά η χρήση αντηλιακής προστασίας.

«Η συγκεκριμένη μέθοδος προσφέρει νεότερη και ανανεωμένη επιδερμίδα, χωρίς νυστέρι, ενέσιμες θεραπείες ή φάρμακα. Ο μικρός χρόνος αποθεραπείας και το γεγονός ότι είναι ανώδυνη την καθιστούν ελκυστικότερη ανάμεσα στις άλλες μη χειρουργικές θεραπείες. Τα πιο σημαντικά της προτερήματα είναι η μεγάλη διάρκεια στο αντιγηραντικό αποτέλεσμα που χαρίζει, το οποίο κυμαίνεται από 3-4 χρόνια, αλλά και το σχετικά χαμηλό κόστος. Σε ότι αφορά στις βλάβες στο δέρμα, όπως ουλές ακμής ή ραγάδες, τα αποτελέσματα είναι μόνιμα», καταλήγει η Δρ. Γεωργία Κατσούλη