Μειωμένο κίνδυνο επιπλοκών έχουν οι ασθενείς με οξεία χολοκυστίτιδα (μια φλεγμονή της χοληδόχου κύστης) που χειρουργούνται εντός 72 ωρών, σύμφωνα με μια μελέτη που παρουσιάστηκε στο Κλινικό Συνέδριο του Αμερικανικού Κολλεγίου Χειρουργών, το οποίο διεξήχθη στο Σαν Φρανσίσκο. Όταν η χειρουργική επέμβαση αναβάλλεται για περισσότερες από 3 μέρες, οι ασθενείς έχουν υψηλότερα ποσοστά επιπλοκών, επανεισαγωγές και παρατεταμένη παραμονή στο νοσοκομείο.

Όπως μας εξηγεί ο δρ Αναστάσιος Ξιάρχος, Δ/ντής Χειρουργικής Κλινικής Ομίλου Ιατρικό, Ιατρικό Περιστερίου, οι χολόλιθοι είναι μικρές πέτρες, συνήθως φτιαγμένες από χοληστερόλη, που σχηματίζονται στη χοληδόχο κύστη. Συνήθως δεν προκαλούν συμπτώματα, αλλά μπορεί περιστασιακά να προκαλέσουν κολικούς ή οξεία χολοκυστίτιδα. Η οξεία χολοκυστίτιδα είναι φλεγμονή της χοληδόχου κύστης, που συνήθως προκύπτει όταν ένας χολόλιθος μπλοκάρει τον κυστικό πόρο, μέσω του οποίου διοχετεύεται η χολή στο λεπτό έντερο προκειμένου να χωνευτούν οι λιπαρές τροφές. Το κύριο σύμπτωμά της είναι ο ξαφνικός, έντονος και πολλές φορές επίμονος πόνος στην πάνω δεξιά πλευρά της κοιλιάς που μπορεί να απλώνεται στον δεξιό ώμο. Μερικά άτομα μπορεί να εμφανίσουν επίσης πυρετό, εφίδρωση, απώλεια όρεξης, ίκτερο και τυμπανισμό.

Η οξεία χολοκυστίτιδα είναι δυνητικά σοβαρή κατάσταση, λόγω του κινδύνου επιπλοκών. Συνήθως απαιτεί εισαγωγή στο νοσοκομείο, όπου αντιμετωπίζεται με ανάπαυση, νηστεία, ενδοφλέβια χορήγηση υγρών και αντιβιοτικών, καθώς και παυσίπονων. «Η αφαίρεση της χοληδόχου κύστης συστήνεται για να αποφευχθεί η επανάληψη της οξείας χολοκυστίτιδας και να μειωθεί ο κίνδυνος εμφάνισης δυνητικά σοβαρών επιπλοκών», διευκρινίζει ο δρ Αναστάσιος Ξιάρχος, ιδρυτικό μέλος και πρώτος Πρόεδρος της Ελληνικής Επιστημονικής Εταιρείας Ορθοπρωκτικής Χειρουργικής, Ερευνητής & Διδάσκων στο εργαστήριο Βιοπληροφορικής & ανθρώπινης ηλεκτροφυσιολογίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο.

Όσον αφορά στον χρόνο που πρέπει να πραγματοποιηθεί η χολοκυστεκτομή, όπως ονομάζεται η επέμβαση αυτή, οι περισσότερες έρευνες που έχουν διεξαχθεί εστίασαν στο κατά πόσον πρέπει να γίνει εντός 7 ημερών από τη διάγνωση ή μπορεί να καθυστερήσει 4-6 εβδομάδες, ενώ η φλεγμονή υποχωρεί. Τα ευρήματα των περισσότερων συγκλίνουν υπέρ της εκτέλεση της χολοκυστεκτομής εντός της πρώτης εβδομάδας από την εισαγωγή. Λιγότερες είναι οι μελέτες που έχουν εξετάσει τα αποτελέσματα της εγχείρησης μέσα στην πρώτη εβδομάδα. Μεταξύ αυτών και μια έρευνα με επικεφαλής συγγραφέα τον Michael T. Scott, του Πανεπιστημίου Robert Wood Johnson, στο New Brunswick, που εξέτασε δεδομένα που συλλέχθηκαν από το Αμερικανικό Πρόγραμμα Βελτίωσης Χειρουργικής Ποιότητας, του Αμερικανικού Κολλεγίου Χειρουργών (ACS NSQIP), μεταξύ 2012 και 2016. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, 49.320 ασθενείς υποβλήθηκαν σε μη προγραμματισμένη λαπαροσκοπική ή ανοιχτή χειρουργική επέμβαση για οξεία χολοκυστίτιδα. Από αυτήν την ομάδα, περισσότεροι από 9.500 ασθενείς, ή 19,5%, περίμεναν τουλάχιστον 72 ώρες μετά την εισαγωγή για χειρουργική επέμβαση, ενώ το 54,3% υποβλήθηκαν σε χειρουργική επέμβαση μεταξύ 24 και 72 ωρών μετά την εισαγωγή.

Η μελέτη διαπίστωσε ότι οι περισσότεροι ασθενείς που εγχειρήθηκαν εντός 24 ωρών από την εισαγωγή επέστρεψαν στο σπίτι αυθημερόν ή την επομένη. Όταν η επέμβαση καθυστέρησε 72 ώρες ή περισσότερο, η συνολική παραμονή στο νοσοκομείο ήταν κατά μέσο όρο 4,9 ημέρες. Σε σύγκριση με τους ασθενείς που υποβλήθηκαν σε χειρουργική επέμβαση εντός 24 ωρών, εκείνοι που καθυστέρησαν να εγχειρηθούν είχαν αυξημένο κίνδυνο για ανοιχτή χολοκυστεκτομή, μετεγχειρητική σήψη και επανεισαγωγή εντός 30 ημερών.

«Η χοληδόχος κύστη είναι ένα χρήσιμο όργανο, αλλά δεν είναι απαραίτητο, καθώς το ήπαρ  θα εξακολουθεί να παράγει χολή και μετά την αφαίρεσή της. Η χειρουργική επέμβαση μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε λαπαροσκοπικά, δηλαδή χρησιμοποιώντας ειδικά χειρουργικά εργαλεία που εισάγονται είτε μέσω μίας τομής 1 εκ. και τριών τομών 0,5 εκ. είτε μόνο μέσω μιας μικρής οπής από τον ομφαλό (single port), ή με την κλασική ανοιχτή μέθοδο, όπου αφαιρείται μέσω μιας μεγάλης τομής 12 εκατοστών.

Σαφώς, η λαπαροσκοπική μέθοδος υπερτερεί, λόγω της μηδαμινής απώλειας αίματος και του ελάχιστου μετεγχειρητικού πόνου. Οι μετεγχειρητικές  επιπλοκές που έχουν σχέση με το τραύμα σχεδόν εξαλείφονται, όπως και οι αναπνευστικές και οι καρδιαγγειακές επιπλοκές», καταλήγει ο δρ Αναστάσιος Ξιάρχος.