Αρχική Ρευματολόγος Κανένα ρευματικό νόσημα δεν θα μας σταματήσει από τη δουλειά

Κανένα ρευματικό νόσημα δεν θα μας σταματήσει από τη δουλειά

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Ο πόνος είναι νόσος και το παραδέχθηκε η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα. Το 15% των ελλήνων πάσχει από κάποιο ρευματικό νόσημα το 2% από νεανικό ρευματικό νόσημα. Πρόκειται για επώδυνη ασθένεια που απασχολεί 105 εκατομμύρια άτομα σε όλη την Ευρώπη και αγγίζει ηλικίες από 19 έως 65 ετών στα πιο δύσκολα στάδια/Στο 40% των ασθενών είναι χρόνιο πρόβλημα και το 30% των εργαζομένων ρευματοπαθών απουσιάζει συστηματικά από την εργασία του. Το 50% των ασθενών έχουν πρόβλημα με τους εργοδότες τους γιατί απουσιάζουν συχνά από την εργασία τους και κοστίζει ακριβά να τους απολύσουν.

Οι απλές προσαρμογές στο εργασιακό περιβάλλον, πολλές από τις οποίες έχουν χαμηλό κόστος, και οι ευέλικτοι χρόνοι εργασίας μπορούν να βοηθήσουν τα άτομα με ρευματικά και μυοσκελετικά νοσήματα  να παραμείνουν στην εργασία είναι το μήνυμα  της Συνέντευξης Τύπου με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Αρθρίτιδας, που όπως κάθε χρόνο εορτάζεται και φέτος από την Ελληνική Εταιρεία Αντιρευματικού Αγώνα (ΕΛ.Ε.ΑΝ.Α.), αποκλειστικού μέλους της EULAR  για την Ελλάδα. Φέτος ο εορτασμός πραγματοποιείται με τη συνεργασία του Ελληνικού Ιδρύματος Ρευματολογίας  (Ε.Ι.ΡΕ) και την ευγενική χορηγία της εταιρείας Φαρμασέρβ – Lilly.

«Στην Ευρωπαϊκή Ένωση», τόνισε η  κα Αθανασία Παππά, Πρόεδρος της ΕΛΕΑΝΑ,  «1.000.000 επιπλέον εργαζόμενοι θα μπορούσαν να εργάζονται  καθημερινά  εάν οι πρώιμες παρεμβάσεις ήταν ευρύτερα προσβάσιμες για τα άτομα με ρευματικά  και μυοσκελετικά νοσήματα . Αξίζει να σημειωθεί,» συνέχισε η κα Παππά, «ότι τα ρευματικά  και μυοσκελετικά νοσήματα  είναι η κύρια επαγγελματική ασθένεια αντιπροσωπεύοντας  το 38% όλων των επαγγελματικών ασθενειών και περίπου το 60% όλων των προβλημάτων υγείας στον χώρο εργασίας.  Τα ρευματικά και μυοσκελετικά προβλήματα  αποτελούν τη μεγαλύτερη αιτία για αναρρωτική άδεια και πρόωρη συνταξιοδότηση λόγω σωματικής αναπηρίας. Ως μία από τις κύριες αιτίες της σωματικής αναπηρίας, οι ρευματικές και μυοσκελετικές παθήσεις  συμβάλλουν σημαντικά στην απώλεια της παραγωγικότητας στο χώρο εργασίας.

Η δουλειά είναι ένας κρίσιμος παράγοντας  της οικοδόμησης της αυτοεκτίμησης και είναι τραγωδία που χάνονται τόσα πολλά ταλέντα από το εργατικό δυναμικό» επεσήμανε η κα Παππά, «και  η διατήρηση του ενεργού πληθυσμού με φάρμακα είναι επωφελής για τη σωματική και ψυχική τους υγεία, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα τη λιγότερη ανάγκη για υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης.

Στην Ελλάδα, σχετική έρευνα που διεξήγαγε η ΕΛ.Ε.ΑΝ.Α. ανάμεσα σε ασθενείς μέλη της, έδειξε ότι:

  • 20% δεν μιλούσε για το πρόβλημά του στον εργοδότη του με το φόβο πιθανής απόλυσης
  • 30% απάντησε ότι ο εργοδότης του  ήταν αρχικά φιλικός αλλά όχι υποστηρικτικός όταν χρειαζόταν
  • 50% είχε πρόβλημα με τον εργοδότη του
  • 70% ανέφερε ότι τα κτίρια δεν είναι προσβάσιμα με το 90% των εργασιακών χώρων να μην είναι κατάλληλα εξοπλισμένοι
  • 81% προτιμά να εργάζεται  παρά  να λαμβάνει  επιδόματα από το κράτος
  • 95% τόνισε ότι η εργασία έχει θετικά αποτελέσματα τόσο στην υγεία όσο και στην ψυχολογία του.

 Ενημέρωση, ευαισθητοποίηση και εκπαίδευση των εργοδοτών, ενίσχυση των νόμων που αφορούν τα εργασιακά δικαιώματα των ρευματοπαθών, επανεκπαίδευση και κατάρτιση των ατόμων με ρευματικά νοσήματα όταν πρέπει να αλλάξουν το είδος της εργασίας τους και επίτευξη οικονομικής σταθερότητας και πρόσβασης στην υγεία» είναι όλα όσα πρέπει να γίνουν, κατέληξε η Πρόεδρος της ΕΛ.Ε.ΑΝ.Α.

«Ο χρόνιος πόνος είναι νόσος με οδυνηρές σωματικές, κοινωνικές, οικονομικές και συναισθηματικές επιπτώσεις,» διευκρίνισε η κα Αθηνά Βαδαλούκα, Αναπλ. Καθηγήτρια Αναισθησιολογίας-Θεραπείας Πόνου & Παρηγορικής Αγωγής ΕΚΠΑ, Πρώην Επίτ. Γεν. Γραμ. Παγκόσμιου Ινστιτούτου Πόνου (WIP), & Πρόεδρος ΠΑ.ΡΗ.ΣΥ.Α. «Η κατάθλιψη, η κοινωνική απόσυρση και το  fatique  syndrome έχουν αναγνωριστεί ως συνοσηρότητες του χρόνιου πόνου.

Στην Αμερική πάσχουν από χρόνιο πόνο 116 εκατομμύρια άνθρωποι ενώ έχει υπολογιστεί πως το κόστος αντιμετώπισης της νόσου κυμαίνεται από 560-630 δις δολάρια το χρόνο. Αντίστοιχα στην Ευρώπη ένα στα πέντε άτομα υποφέρει από χρόνιο πόνο. Από αυτά το 1/3 υποφέρει καθημερινά και 1/3 δεν μπορεί να αντέξει τον έντονο  πόνο. Μεγάλη είναι η επίπτωση στην εργασία λόγω απώλειας εισοδήματος σε προσωπικό επίπεδο αλλά και στο κοινωνικό σύνολο λόγω μη εκπλήρωσης εργασιακών καθηκόντων».

«Οι πιστοποιημένοι φυσικοθεραπευτές», επεσήμανε ο κος Σταύρος Σταθόπουλος, Φυσικοθεραπευτής, Γ.Ν.Α. «Ευαγγελισμός», Δ/ντής & Καθηγητής Μεταπτυχιακών προγραμμάτων επιμόρφωσης, Παν/μιο G. Marconi, «μέλη του Πανελλήνιου Συλλόγου Φυσικοθεραπευτών,  υπό την καθοδήγηση και της Διεθνούς Ομοσπονδίας Φυσικοθεραπευτών που εργάζονται στην Επαγγελματική Υγεία και Εργονομία–υποομάδας της Παγκόσμιας Συνομοσπονδίας Φυσικοθεραπευτών – μπορούν να βοηθήσουν τους εργαζομένους που πάσχουν από αρθρίτιδα να μην σταματήσουν την εργασία τους, να διευκολύνουν την επιστροφή τους στην εργασία με πλήρη κανονικά καθήκοντα ή εάν απαιτούνται εναλλακτικά ή τροποποιημένα. Οι φυσικοθεραπευτές ως οι ειδικοί στην κίνηση και την άσκηση θα μεγιστοποιήσουν την υγεία και την ευημερία των εργαζομένων με ρύθμιση τρέχοντος εξοπλισμού, ενημερωτικά φυλλάδια, ορισμό κατάλληλων διαλειμμάτων, σχεδιασμό, οργάνωση, υλοποίηση προγραμμάτων θεραπευτικής άσκησης (καθοδηγουμένης ή επιβλεπόμενης) τόσο στον εργασιακό όσο και στον ιδιωτικό τους χώρο».

Όσον αφορά στις θεραπείες,  τόνισε ο κος Δημήτρης Κούβελας, Καθηγητής Φαρμακολογίας και Κλινικής Φαρμακολογίας και Δ/ντής του Εργαστηρίου Κλινικής Φαρμακολογίας Ιατρικής Σχολής ΑΠΘ, «στα υπάρχοντα εξαιρετικά κλασσικά φάρμακα, έχουν προστεθεί οι βιολογικοί παράγοντες που στοχεύουν παράγοντες φλεγμονής, αλλά και μικρά μόρια που αλλάζουν την κυτταρική πληροφορία.

Είμαστε σε αναμονή νέων φαρμάκων όλων των κατηγοριών, αλλά και ανατρεπτικών θεραπευτικών μεθόδων, όπως οι γονιδιακές θεραπείες, κυτταρικές θεραπείες (ανοσοθεραπείες, αναγεννητικές), ιστικές θεραπείες (ανάπλαση του συνδετικού ιστού) κ.ά.

 Επιπλέον παλιές θεραπείες τεκμηριώνουν την χρήση τους και περιλαμβάνουν είτε φυτοθεραπευτικά (κάνναβη CBD, THC), είτε εναλλακτικές (βελονισμός κ.ά.), κυρίως σε συνδυασμό με τις νέες ανακαλύψεις».

 Τέλος, ο κος Δημήτρης Καραμήτσος, Ειδικός Ρευματολόγος, Δ/ντής Γ.Ν.Α. Ευαγγελισμός, Πρόεδρος Ε.Ι.ΡΕ., σημείωσε «για μια ακόμη φορά  ότι επιβάλλεται η υπεύθυνη, περιοδική ενημέρωση του κοινού για τις ρευματικές παθήσεις  εξαιτίας  α) της μεγάλης συχνότητάς τους αφού είναι δεδομένο ότι 27% των ενήλικων Ελλήνων θα εμφανίσουν κάποια ρευματική πάθηση, β) της χρονιότητάς τους και του μεγάλου ποσοστού μονίμων προβλημάτων που προκαλούν σε περιπτώσεις πλημμελούς αντιμετώπισής τους και γ)  της ύπαρξης νέων, αποτελεσματικών θεραπειών, των οποίων η έγκαιρη εφαρμογή αποτρέπει τις δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία των ασθενών».

Τα  ρευματικά και μυοσκελετικά προβλήματα δεν θα μας κλειδώσουν μέσα

Οι ρευματοπαθείς

  1. Θέλουν να συνεχίσουν να εργάζονται
  2. Έχουν ανάγκη το περιβάλλον εργασίας τους να είναι προσαρμοσμένο στις ανάγκες τους
  3. Θέλουν κατανόηση από τους εργοδότες και τους συναδέλφους τους
  4. Χρειάζονται καθιερωμένα δικαιώματα εργασίας που θα τους επιτρέπουν να απουσιάζουν από την εργασία για λόγους υγείας
  5. Θέλουν να μπορούν να μιλήσουν για την ασθένειά τους χωρίς να φοβούνται την απόλυση
  6. Πρέπει να είναι σε θέση να επανενταχθούν στο εργατικό δυναμικό μετά από μακροχρόνια απουσία λόγω ασθένειας
  7. Η εργασία έχει θετικό αντίκτυπο στην αυτοεκτίμηση, απομόνωση, κατάθλιψη και διαχείριση πόνου

Τι πρέπει να γίνει:

  1. Να εκπαιδευτούν οι εργοδότες για τα Ρευματικά και Μυοσκελετικά Νοσήματα
  2. Να ενισχυθούν οι εργατικοί νόμοι για τα άτομα με χρόνιες παθήσεις
  3. Να εκπαιδεύονται οι ασθενείς  με χρόνιες παθήσεις όταν πρέπει να αλλάξουν το είδος της εργασίας τους
  4. Να υπάρχει οικονομική σταθερότητα και πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη

Μόνο 40% των συναδέλφων κατανοεί   την κατάσταση υγείας του συναδέλφου του και από αυτό το ποσοστό 30% γίνεται εχθρικό λόγω της μη κατανόησης της σημασίας της προστασίας από ιούς ή άλλες επιβαρύνσεις που σχετίζονται με την υγεία ενός ρευματοπαθούς

Παρόλο που 70% ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν τα εργασιακά δικαιώματά τους, μόνο 40% έχει κάνει χρήση του  δικαιώματος άδειας λόγω υγείας ή άλλων  δικαιωμάτων διευκόλυνσης λόγω πιθανών επιπτώσεων

81% προτιμά να εργάζεται παρά να λαμβάνει επιδόματα από το κράτος

50% αντιμετώπισαν προβλήματα με τον εργοδότη τους

30% απάντησε ότι ο εργοδότης ήταν φιλικός στην αρχή αλλά δεν ανταποκρίθηκε όταν του ζητήθηκε η βοήθεια του

20% δεν μίλησαν στον εργοδότη για το νόσημα εξαιτίας του φόβου απόλυσης

70% των κτιρίων δεν είναι προσβάσιμο και 90% των χώρων εργασίας δεν διαθέτει τον κατάλληλο υλικοτεχνικό εξοπλισμό

95% απάντησε ότι η εργασία  βοηθά τόσο την υγεία τους όσο και την ψυχολογία τους 

Ρευματικά & Μυοσκελετικά Νοσήματα και εργασία

Τι θα μπορούσε να αλλάξει ώστε όλοι οι άνθρωποι με Ρευματικά και Μυοσκελετικά προβλήματα να συνεχίσουν να είναι παραγωγικοί;

Τα δικαιώματα των ατόμων με Ρευματικά και Μυοσκελετικά Νοσήματα θα πρέπει να γίνονται σεβαστά από όλους τους εργοδότες, ακόμη και αν το ποσοστό αναπηρίας του 67% από το ΚΕΠΑ δεν έχει χορηγηθεί. Πρέπει επίσης να υπάρχουν κυρώσεις για τους εργοδότες που δεν σέβονται τα δικαιώματα των ασθενών.

Είναι σημαντικό να θυμάστε ότι ορισμένες μέρες μπορεί να είναι πιο δύσκολες από άλλες, πράγμα που σημαίνει ότι χρειαζόμαστε περισσότερη εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση του γενικού πληθυσμού και των εργοδοτών σχετικά με τα Ρευματικά και Μυοσκελετικά Νοσήματα.

Πρέπει να θεσπιστεί νόμος  σύμφωνα με τον οποίο άτομα με αναπηρίες πρέπει να απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα ( ποσοστό επί των υπαλλήλων)

Πιο ευέλικτο ωράριο εργασίας, μειωμένες ώρες εργασίας, με πολλά διαλείμματα, σε ένα όσον το δυνατόν πιο ήσυχο περιβάλλον, απασχόληση σε μη επιβαρυντικές θέσεις, προσβασιμότητα, απαραίτητος υλικοτεχνικός εξοπλισμός

Κάθε ασθενής  με Ρευματικό και Μυοσκελετικό Νόσημα  πρέπει να γνωρίζει τις δυνατότητές του.

Λογικές προσαρμογές  ώστε τα άτομα με αναπηρία/χρόνιες παθήσεις να έχουν πρόσβαση στην εργασία

  • Ειδική ή συμπληρωματική εκπαίδευση
  • Τροποποίηση πολιτικών/διαδικασιών/πρακτικών της εταιρείας, οι οποίες θα μπορούσαν
    να δημιουργήσουν δυσκολίες στον εργαζόμενο
  • Προσαρμογή των κτιριακών εγκαταστάσεων
  • .Παροχή κατάλληλου υλικοτεχνικού εξοπλισμού για τον εργαζόμενο
  • Προσαρμογή, αναδιοργάνωση και, ενδεχομένως, αλλαγή των εργασιακών ευθυνών και
    καθηκόντων του εργαζομένου
  • Προσαρμογή του ωραρίου εργασίας για άτομα με αναπηρία
  • Προσαρμογή του περιβάλλοντος εργασίας