Υψηλότερο κίνδυνο κατάγματος ισχίου αντιμετωπίζουν οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που λαμβάνουν υπερβολικές ποσότητες βιταμινών Β6 και Β12. Στο συμπέρασμα αυτό έχουν καταλήξει επιστήμονες, που δημοσίευσαν τη μελέτη τους στο περιοδικό JAMA Network Open, και γι’ αυτό προειδοποιούν ότι η λήψη συμπληρωμάτων των συγκεκριμένων βιταμινών πρέπει να γίνεται με προσοχή όταν δεν υπάρχει εμφανής ανεπάρκεια.

«Κάθε χρόνο, περίπου 450.000 Ευρωπαίοι – οι περισσότεροι από αυτούς άνω των 65 ετών – σπάνε το τους. Η πλειονότητα είναι γυναίκες διότι είναι πιο επιρρεπείς στις πτώσεις και υποφέρουν συχνότερα από οστεοπόρωση. Ωστόσο, αυτές δεν είναι οι μοναδικές αιτίες κατάγματος. Το υπερβολικό βάρος, η έλλειψη άσκησης, το κάπνισμα και η κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων αλκοόλ έχουν ενοχοποιηθεί ως παράγοντες που αυξάνουν τις πιθανότητες. Κυρίως, όμως, προκαλείται σε άτομα με έλλειψη ασβεστίου και βιταμίνης D, για την αναπλήρωση των οποίων είναι συχνά απαραίτητη η λήψη συμπληρωμάτων», σημειώνει ο ορθοπαιδικός χειρουργός Δρ. Δημήτρης Τριανταφυλλόπουλος, Διευθυντής Ορθοπαιδικής Κλινικής του Ιατρικού Ομίλου Αθηνών, Κλινική Περιστερίου, Διευθυντής του τμήματος Αναίμακτης Ορθοπαιδικής Χειρουργικής. «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι βιταμίνες είναι αναγκαίες για την καλή υγεία και ότι κάποιοι άνθρωποι χρειάζονται τα συμπληρώματα. Όμως, αρκετοί κάνουν κατάχρηση, ανεξέλεγκτα. Τα ποσοστά μάλιστα εκείνων που λαμβάνουν ποσότητες βιταμινών κατά πολύ περισσότερες από τις συνιστώμενες είναι αρκετά υψηλά».

Σύμφωνα με τα ευρήματα μιας άλλης έρευνας (NHANES), περίπου το 50% των ενηλίκων Αμερικανών έχει λάβει τουλάχιστον 1 συμπλήρωμα διατροφής, ενώ το 28% τουλάχιστον 4. Ο επιπολασμός της χρήσης αυξάνεται με την ηλικία και είναι άσχετη με το μορφωτικό επίπεδο. Είναι γνωστό όμως ότι η υπερβολική πρόσληψη ενός θρεπτικού συστατικού μπορεί να είναι επιβλαβής, όπως άλλωστε και η ανεπάρκειά του.

Οι συντάκτες της πρόσφατης μελέτης είχαν δημοσιεύσει στο παρελθόν μια ανάλυση εξετάζοντας στοιχεία 6.837 ατόμων, από την οποία ανακάλυψαν ότι υπάρχει αυξημένος κίνδυνος κατάγματος του ισχίου σε άτομα που λαμβάνουν κατά την ίδια χρονική περίοδο τόσο βιταμίνη Β-6 όσο και Β-12.

Θέλοντας για εμβαθύνουν, ερεύνησαν δεδομένα 75.864 μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών που συμμετείχαν στη Μελέτη Υγείας Νοσηλευτών (Nurses Health Study). Παράλληλα με πληροφορίες σχετικά με την υγεία, τη διατροφή και τα συμπληρώματα, οι ερευνητές είχαν πρόσβαση και σε ένα ευρύ φάσμα άλλων στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων των συμμετεχουσών, των φαρμάκων που λάμβαναν, του καπνίσματος και του δείκτη μάζας σώματός τους. Η μελέτη διήρκησε 20 έτη και σ’ αυτό το χρονικό διάστημα 2.304 γυναίκες υπέστησαν κάταγμα του ισχίου που δεν οφειλόταν σε καρκίνο ή σοβαρό τραυματισμό, όπως π.χ. αυτοκινητιστικό ατύχημα.

Παρατηρήθηκε ότι ο κίνδυνος κατάγματος ισχίου ήταν υψηλότερος στις γυναίκες με υψηλότατη πρόσληψη και των δύο βιταμινών από συμπληρώματα και όχι από τη διατροφή, η οποία άγγιζε το 50% σε σύγκριση με γυναίκες με χαμηλή πρόσληψη αυτών. Σε όσες  είχαν μια μέτρια πρόσληψη και των δύο βιταμινών ο κίνδυνος δεν ήταν σημαντικά αυξημένος. Επισήμαναν δε ότι δεν βρήκαν στοιχεία που να υποδεικνύουν ότι η λήψη μόνο της Β-12 αυξάνει τον κίνδυνο καταγμάτων του ισχίου.

Αν και δεν γνωρίζουν τον μηχανισμό που οι βιταμίνες Β-6 και Β-12 αυξάνουν τον κίνδυνο  κατάγματος του ισχίου, οι μελετητές θεωρούν ότι μπορεί να οφείλεται σε παρενέργειες της πρόσληψης υψηλών ποσοτήτων της βιταμίνης Β-6. Ενδεχομένως, για παράδειγμα, οι υψηλές δόσεις να προκαλούν νευρολογικά συμπτώματα, όπως  αταξία (η οποία επηρεάζει τον συντονισμό των μυών), και μειωμένο μυϊκό τόνο. Αυτά τα συμπτώματα μπορεί να καταστήσουν τις πτώσεις πιθανότερες και συνεπώς να αυξήσουν τον κίνδυνο κατάγματος του ισχίου. Μια άλλη θεωρία είναι ότι τα υψηλά επίπεδα βιταμίνης Β-6 μπορεί να επιταχύνουν την απώλεια οστού, εξουδετερώνοντας τη ρυθμιστική επίδραση των οιστρογόνων στους υποδοχείς των στεροειδών. Όσον αφορά στο ρόλο της βιταμίνης Β-12, οι συγγραφείς δεν έχουν ακόμα συγκεκριμένες θεωρίες.

«Οι πτώσεις -ειδικά εκείνες στο πλάι- συγκαταλέγονται στους πιο συχνούς λόγους κατάγματος του ισχίου, το οποίο μπορεί να βλάψει επίσης τους μυς, τους συνδέσμους, τους τένοντες, τα αιμοφόρα αγγεία και τα νεύρα. Αν δεν αντιμετωπιστεί αμέσως, είναι πιθανό να επηρεάσει για παρατεταμένη χρονική περίοδο την ικανότητα του πάσχοντα να κινείται, με συνέπεια να είναι υπαρκτός ο κίνδυνος θρόμβωσης, λοιμώξεων, πνευμονίας, κ.ά.  Αυτός είναι ο λόγος που τα κατάγματα στα μεγάλα οστά σχετίζονται με σημαντική νοσηρότητα και θνησιμότητα», επισημαίνει ο Δρ. Τριανταφυλλόπουλος.

Τα κατάγματα ισχίου σχετίζονται επίσης με την οστεοπόρωση και απαιτούν νοσηλεία.  Οποιαδήποτε στρατηγική για την πρόληψή τους πρέπει να αφορά όχι μόνο την αντοχή των οστών αλλά και την τάση πτώσεως. Ορισμένα περιστατικά είναι πιο σοβαρά από άλλα, αλλά τα περισσότερα χρήζουν χειρουργικής επέμβασης.

«Συνήθως ένα κάταγμα ισχίου αντιμετωπίζεται με κοχλίωση, ήλωση, ημιολική αρθροπλαστική ή ολική αρθροπλαστική, κατά την οποία γίνεται η αντικατάσταση της σπασμένης κεφαλής του μηριαίου οστού. Υπάρχουν διάφορες χειρουργικές τεχνικές προσπέλασης, δηλαδή του τρόπου προσέγγισης της άρθρωσης. Η πλέον ανώδυνη έχει διαπιστωθεί ότι είναι η ελάχιστης επεμβατικότητας πρόσθια προσπέλαση (AMIS), κατά την οποία οι μύες προστατεύονται, δηλαδή ούτε κόβονται ούτε αποκολλούνται. Έτσι, ο ασθενής πονά λιγότερο, κινητοποιείται γρηγορότερα, αναρρώνει σε πιο σύντομο χρονικό διάστημα και δεν κουτσαίνει. Επιπλέον, μειώνονται οι πιθανότητες εξαρθρήματος και άλλων πιθανών μετεγχειρητικών επιπλοκών, όπως η θρόμβωση», τονίζει ο Δρ. Δημήτρης Τριανταφυλλόπουλος και καταλήγει σημειώνοντας ότι τα ευρήματα της μελέτης υποστηρίζουν την ανάγκη ελέγχου της χρήσης των βιταμινών B-6 και B12 και όχι την αποφυγή τους, προκειμένου η επιρρεπής πληθυσμιακή ομάδα των μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών να μειώσει τις πιθανότητες ενός κατάγματος και τις συνέπειές του.