Ποια θεωρείται η ιδανικότερη στρατηγική προσυμπτωματικού ελέγχου για τον καρκίνο τραχήλου της μήτρας;

Αυτή που εντοπίζει τις περιπτώσεις εκείνες των προκαρκινικών αλλοιώσεων που έχουν πιθανότητα να εξελιχθούν σε καρκίνο τραχήλου της μήτρας. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να αποφεύγει την ανίχνευση των παροδικών λοιμώξεων από τον HPV, οι οποίες σχεδόν πάντα υποστρέφουν. Άρα, χρειαζόμαστε ένα τεστ που να ανιχνεύει μόνον εκείνες τις γυναίκες που πραγματικά κινδυνεύουν και να απαλλάσσει από το περιττό άγχος και τις άσκοπες και επιζήμιες επεμβάσεις εκείνες τις γυναίκες που έχουν μία προσωρινή HPV λοίμωξη.

Ο έλεγχος με ένα HPV τεστ έχει αποδειχθεί ότι έχει πολύ υψηλή ευαισθησία. Έχει δηλαδή την ικανότητα να εντοπίζει τις γυναίκες που έχουν νόσο. Ταυτόχρονα όμως ο κλινικός γιατρός πρέπει να είναι σίγουρος ότι το θετικό αποτέλεσμα ενός HPV τεστ είναι αληθώς θετικό.

Πάνω από 250 εμπορικά τεστ για την ανίχνευση του ιού HPV είναι σήμερα διαθέσιμα. Δεν έχουν όλα την ίδια αξιοπιστία και η επιλογή του τεστ που θα επιλέξει ο κλινικός γιατρός να συστήσει παίζει καθοριστικό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων του.

Τα HPV τεστ διαφέρουν ως προς την αρχή της μεθόδου που χρησιμοποιούν και ως προς το που στοχεύουν και πιο συγκεκριμένα σε ποιες περιοχές του γονιδιώματος του ιού. Υπάρχουν τεστ που στοχεύουν στο μόριο του DNA και άλλα που στοχεύουν στο μόριο του mRNA.

Ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας οφείλεται στην λοίμωξη από τον ιό HPV. Ο HPV είναι τόσο συχνός που οι επιστήμονες εκτιμούν ότι κάθε γυναίκα που είναι σεξουαλικά ενεργή, κάποια στιγμή στη διάρκεια της ζωής της, θα μολυνθεί από τον ιό. Στην συντριπτική πλειοψηφία όμως των περιπτώσεων ο ιός υποχωρεί, γιατί ο οργανισμός τον αντιμετωπίζει και δεν προκύπτει καμία βλάβη στον τράχηλο.

Για τον λόγο αυτό, η ανάγκη εφαρμογής μία ειδικής εξέτασης που να ανιχνεύει μόνον εκείνη την HPV λοίμωξη  που ξεχωρίζει ποιες γυναίκες διατρέχουν πραγματικό κίνδυνο είναι καθοριστικής σημασίας. Διότι μόνον αυτές οι γυναίκες χρειάζεται να μπουν σε θεραπεία και αντίστοιχα εκείνες που δεν διατρέχουν κίνδυνο (παρά το ότι έχουν προσβληθεί από τον ιό) δεν θα υποστούν αφαιρετικές μεθόδους θεραπείας που θα μπορούσαν ενδεχομένως να προκαλέσουν σοβαρές ανεπιθύμητες παρενέργειες σε μελλοντικές κυήσεις.

Η μοριακή ανίχνευση των Ε6/Ε7 ογκοπρωτεινών του mRNA του ιού HPV, μέσω του τεστ  Aptima, ανιχνεύει ακριβώς αυτό.

Δεδομένα για τη μεγάλη σημασία αυτής της εξέτασης παρουσίασε η διακεκριμένη γυναικολόγος, καθηγήτρια στο Imperial College του Λονδίνου, Μαρία Κύργιου στο πρόσφατο συνέδριο Παθολογίας Τραχήλου & Κολποσκόπησης, που πραγματοποιήθηκε στις 30 Οκτωβρίου έως 1 Νοεμβρίου, μία συνδιοργάνωση της Ελληνικής Εταιρίας Παθολογίας Τραχήλου & Κολποσκόπησης, της Ελληνικής Εταιρίας Παθολογικής Ανατομικής, της Ελληνικής Εταιρίας Κλινικής Κυτταρολογίας και της Ακαδημαϊκής Ομάδας Μελετών Παθολογίας Τραχήλου.

Έχει εξακριβωθεί ότι το γονιδίωμα του ιού, σε σπάνιες μόνον  περιπτώσεις, αναγκάζει τα κύτταρα που έχουν προσβληθεί  να παράγουν υπερβολικές ποσότητες των δύο ογκοπρωτεϊνών Ε6/Ε7, οι οποίες στη συνέχεια αναγκάζουν αυτά τα κύτταρα να πολλαπλασιάζονται ακατάπαυστα, και αυτό σηματοδοτεί την καρκινογένεση. Στην περίπτωση αυτή λέμε πως η λοίμωξη είναι ενεργός, και η πιθανότητα να εξελιχθεί σε προκαρκινική αλλοίωση ή και καρκίνο είναι αυξημένη.

Συνεπώς, εάν διαπιστωθεί με το Aptima τεστ ότι τα κύτταρα του τραχήλου της μήτρας μιας γυναίκας περιέχουν σε αφθονία τις ογκοπρωτεΐνες Ε6/Ε7, τότε η γυναίκα αυτή ανήκει σε ομάδα υψηλού κινδύνου και χρειάζεται συχνότερη παρακολούθηση ή και θεραπεία.

Από την άλλη, ένα αρνητικό Aptima μας πληροφορεί ότι είναι εξαιρετικά απίθανο να αναπτυχθεί καρκίνος του τραχήλου της μήτρας μέσα στο εύλογο διάστημα μέχρι την επόμενη επανεξέταση. Μάλιστα, σήμερα υπάρχουν δεδομένα, τα οποία παρουσίασε η κυρία Μ. Κύργιου, από μακροχρόνιες μελέτες για την αποτελεσματικότητα του test έως και για διάστημα 8 ετών. Αποδείχθηκε ότι το Aptima διατηρεί την απόδοση του στην πρόοδο του χρόνου και ότι είναι ένα ασφαλές τεστ για τον έλεγχο των γυναικών για την πρόληψη του καρκίνου τραχήλου της μήτρας.

Συγκριτικά με τα HPV DNA test, το Aptima έδειξε ότι έχει την ίδια υψηλή ευαισθησία (σχεδόν 100%) στην ανίχνευση υψηλόβαθμων βλαβών και καρκίνου, αλλά ταυτόχρονα πολύ μεγαλύτερη ειδικότητα. Αυτό σημαίνει ότι όταν μία γυναίκα ελέγχεται με Aptima ο κίνδυνος να έχει ψευδώς θετικό αποτέλεσμα είναι πολύ μικρότερος από ότι με οποιοδήποτε HPV DNA test.

Το Aptima, όπως ανέφερε η κυρία Μ. Κύργιου, έχει καθιερωθεί και εφαρμόζεται στα περισσότερα εργαστήρια της Μεγάλης Βρετανίας. Μάλιστα, έχει αποδειχθεί ότι η χρήση του Aptima συγκριτικά με ένα HPV DNA τεστ μείωσε για το Εθνικό Σύστημα Υγείας στην Μεγάλη Βρετανία τις κολποσκοπήσεις  κατά 28.000, τα HPV τεστ κατά 90,605, τα Παπ τεστ κατά 253.477 και συνολικά μείωσε το κόστος κατά £15.4 εκ.