Η εποχή της πανδημίας που διανύουμε αποτελεί μια μεγάλη απειλή για την παγκόσμια  υγεία και μια πρόκληση για τις  ανθρώπινες σχέσεις ειδικότερα.

Η υποχρεωτική συνθήκη του lock down που συμμετέχουμε φέρνει τα άτομα πιο κοντά, σε πιο στενό περιβάλλον για μεγάλο χρονικό διάστημα, γεγονός που καμιά φορά μπορεί να φανεί ως ασφυκτικό. Αναγκασμένοι ίσως και να δουλεύουν ταυτόχρονα τα μέλη μιας οικογένειας, να φροντίζουν παιδιά, τρίτα πρόσωπα αλλά και να διατηρήσουν σε σταθερότητα την οικονομική ισορροπία, την υγεία των μελών κυρίως καθώς και την ευημερία τους, δυσκολεύονται δραματικά.

Ο παράγοντας της επικοινωνίας καθορίζει την δύσκολη και πολλές φορές σκληρή και απομονωμένη από το σύνολον καθημερινότητα. Πότε να ενισχύει τις σχέσεις και πότε να τις κατακερματίζει. Αφενός διότι δεν γνωρίζουμε πώς να επικοινωνούμε και αφετέρου δεν πλησιάσαμε ποτέ ο ένας τον άλλον στο παρελθόν ώστε το παρόν να μπορεί να μας γαληνέψει.

Τα στοιχεία που φέρνουν στην επιφάνεια λεκτική αποστασιοποίηση, απαξίωση ή και βία είναι τα συστατικά που εμπεριέχει ο προσωπικός τρόπος που προσλαμβάνουμε αντιληπτικά και συναισθηματικά την επαφή μας με τον σύντροφό μας, τη μητέρα μας, το παιδί μας, τον συνάδελφό μας.

Περισσότερος ο χρόνος τριβής

Είναι πολύ πιο βαθύς ο επικοινωνιακός κώδικας απ΄ότι πιστεύαμε πως είναι και με περιορισμένο χώρο και περισσότερο χρόνο τριβής, φαίνεται ως καθαρό κενό.

Το βασικότερο μοτίβο ως εμπόδιο στην αυτοέκφραση και κατ επέκταση στην ανοιχτή και διαπροσωπική επικοινωνία είναι η αναπαραγωγή μορφής υποταγής στην αυθεντία. Σε κάτι εξωγενές που μας ορίζει και μας ελέγχει, και που δεν βασίζεται σε μας τους δυο που επικοινωνούμε. Αποκρίσεις όπως ‘δεν έπρεπε να το πεις αυτό δεν ταιριάζει στην τάξη μας’ δείχνουν πως η μεταξύ μας αυθεντικότητα τίθεται σε κίνδυνο.

Έπειτα η ορμητική τάση μας να κρίνουμε, να εγκρίνουμε ή να αποδοκιμάσουμε, να εξετάσουμε τα κίνητρα και τις προθέσεις του συνομιλητή μας δείχνουν να μας φέρνουν άλλη μια φορά σε απόσταση. Παρόλο που η τάση για αξιολόγηση είναι κοινή σε κάθε σχεδόν γλωσσική ανταλλαγή, επιτείνεται όταν ενέχονται συναισθήματα ανεπεξέργαστα ή και αμυντικά. ‘Όσο πιο δυνατή είναι η συναισθηματική μας θέση, τόσο πιο πιθανό είναι να μην υπάρχει κάποιο κοινό σημείο στην επικοινωνία. Θα είναι απλά δύο ιδέες, δύο αισθήματα, δύο κρίσεις, που χάνουν το ένα το άλλο στο ψυχολογικό διάστημα κι αυτό διότι δεν έχει περάσει σε ουσιαστική αποδοχή η μία πλευρά έναντι της άλλης.

Κατανόηση

Το σημείο της αλλαγής έρχεται όταν προσεγγίζουμε την συζήτηση με κατανόηση. Μεταφέροντας τον εαυτό μας στο πεδίο αναφοράς του άλλου, αυτοελέγχοντας την πρόωρη ορμή μας. Στοιχείο ενσυναισθητικής απόκρισης ναι είναι ικανό να επιτρέψει την αλλαγή στον συνομιλητή μας προς μια πιο εποικοδομητική κατεύθυνση.

Οι ανειλικρινείς, αμυντικές υπερβολές, η ‘υποκριτική βιτρίνα’ χαρακτηρίζει σχεδόν κάθε αποτυχία στην επικοινωνία. Οι αμυντικές δυσλειτουργίες λιγοστεύουν όταν οι άνθρωποι υποκύψουν στη μόνη ουσιαστική πρόθεση να καταλάβουν κι όχι να κρίνουν. Αυτή η προσέγγιση οδηγεί προς την ανακάλυψη της αλήθειας, προς την πραγματική εκτίμηση των αντικειμενικών εμποδίων στην επικοινωνία. Η απειλή καθησυχάζεται και όσες διαφορές παραμένουν είναι λογικές και κατανοητές.

Η απόρριψη σε κάποιο βαθμό της αμυντικής στάσης από το ένα μέρος οδηγεί σε διαδοχική απόρριψη της αμυντικής στάσης από το άλλο μέρος, κι έτσι πλησιάζουμε στην αλήθεια, για να επιτύχουμε αμοιβαία επικοινωνία. Η αμοιβαία επικοινωνία έχει ως στόχο τη λύση ενός προβλήματος, την επαφή και όχι την επίθεση εναντίον του ενός ατόμου ή του άλλου. Οδηγεί σε μια κατάσταση στην οποία καταλαβαίνω πώς το πρόβλημα φαίνεται σε σένα αλλά και σε μένα, κι εσύ βλέπεις πώς φαίνεται σε μας. Καθορισμένο με ακρίβεια και ρεαλισμό, το πρόβλημα θα υποκύψει στην ευφυΐα της υγιούς επικοινωνίας αν είναι μερικώς άλυτο, ή θα γίνει αποδεκτό ως έχει.

Η υγιής επικοινωνία θέλει θάρρος.

Γιατί αν είστε πρόθυμοι να μπείτε στον προσωπικό κόσμο του σημαντικού άλλου και να δείτε πώς του φαίνεται η ζωή, χωρίς καμία κριτική, κατευθύνεστε σε αλλαγή κι εσείς οι ίδιοι. Μόνον αν μπορεί ο καθένας να μιλήσει για τον εαυτό του, εφόσον έχει πρώτα ξαναδιατυπώσει τις ιδέες και τα συναισθήματα του συνομιλητή του με ακρίβεια και ικανοποιητικά, το συναίσθημα της έντασης φεύγει, οι διαφορές μειώνονται και εκείνες που παραμένουν είναι λογικές και υπαρκτές.

Τότε θα σημαίνει ότι έχει εδραιωθεί πραγματική επαφή και επικοινωνία, παρά τις διαφορές και τα χαρακτηριστικά οπτικής του καθενός.

Ζαχαρένια Γουβαλάρη

Κοινωνική Λειτουργός

MSc Οικογενειακή Σύμβουλος

MSc Διοικητής Υγείας