Αναγνωριστική μελέτη αναφέρει την περίπτωση ασθενούς που έπασχε από καρκίνο των πνευμόνων και μετά από διαιτητική αγωγή με ωμέγα-3 λιπαρά οξέα υποχώρησε η συγκεκριμένη νόσος. Επίσης έγκυες γυναίκες που καταναλώνουν ωμέγα-3 λιπαρά οξέα κατά τη διάρκεια της κύησης επιφέρουν στα τέκνα τους βελτίωση της εγκεφαλικής λειτουργίας και ικανότητα και καλύτερα αποτελέσματα στα τεστ γνωσιακών λειτουργιών.

Όπως τονίζει ο Δρ. Γεώργιος Ι. Φουτσιτζής Καθηγητής Μικροβιολογίας ESRDeS τα  ευρήματα της μελέτης ανακαλύφθηκαν τυχαία, γιατί η ίδια η μελέτη δε βασίστηκε σε κλινική δοκιμή. Το υποκείμενο (ασθενής) ήταν γνωστός του ερευνητή Ron Pardini καθηγητή βιοχημείας στο Πανεπιστήμιο της Νεβάδα. Ο τελευταίος έκανε την επιστημονική διαπίστωση. Οι μελλοντικές κλινικές δοκιμές θα επιβεβαιώσουν ή όχι τις διατροφικές παρεμβάσεις στην θεραπεία της καρκινικής νόσου, καθώς και της όποιες ευεργετικές δράσεις στην πορεία της εγκύου και σωματικής διάπλασης των παιδιών.

Χρησιμοποιήθηκε in vivo υποκείμενο (ασθενής) και χορηγήθηκαν συμπληρώματα πλούσια σε ωμέγα-3 λιπαρά οξέα σε συνδυασμό με την ανάλογη διατροφική αγωγή. Ερευνητές κατέδειξαν ότι μεταξύ 109 νηπίων της φυλής Inuit, εκείνα των οποίων το αίμα του ομφάλιου λώρου ήταν κατά τον τοκετό πλουσιότερο σε ένα ωμέγα-3 λιπαρό οξύ, το λεγόμενο δεκαεξαενοϊκό οξύ (docosahexaenoicacid, DHA), στην ηλικία των 6 και 11 μηνών είχαν καλύτερα αποτελέσματα σε ειδικά τέστ ευφυΐας και όρασης, τα ευρήματα ανακοινώθηκαν στο περιοδικό Journal of Pediatrics.

Μια άλλη μελέτη της Dr Emily Oken της Ιατρικής Σχολής του Χάρβαρντ (Boston) μαζί με τους συνεργάτες της, δημοσιεύθηκε στο περιοδικό American Journal of Epidemiology. Η έρευνα συμπεριέλαβε 341 μητέρες στις οποίες μελετήθηκε η ποσότητα ψαριών που κατανάλωσαν κατά το δεύτερο τρίμηνο της εγκυμοσύνης τους και στη συνέχεια όταν τα παιδιά συμπλήρωσαν την ηλικία των 3 ετών υποβλήθηκαν σε τεστ.

Η έρευνα του Pardini είχε αποδείξει ότι τα λιπαρά οξέα ωμέγα-3 κατέστελλαν σημαντικά την ανάπτυξη των κυττάρων του καρκίνου του μαστού, των ωοθηκών, του παχέως εντέρου, του προστάτη και παγκρέατος σε ποντικούς που αναπτύσσουν καρκίνο όμοιο με εκείνο των ανθρώπων. Οι μελέτες στις Ηνωμένες Πολιτείες περιορίζονται μέχρι σήμερα σε ζώα, αλλά τα αποτελέσματα από την περίπτωση του ασθενούς ίσως επισπεύσουν τις κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους. Η αφορμή για την έρευνα του Pardini ήταν ορισμένες παρατηρήσεις που είχαν πραγματοποιηθεί σε πληθυσμούς Εσκιμώων, οι οποίοι ακολουθούν μια διατροφή πλούσια σε λιπαρά οξέα ωμέγα-3 χάρη στην κατανάλωση λαδιού από ψάρι. Στους πληθυσμούς αυτούς, παρατηρούνται σημαντικά λιγότερες περιπτώσεις καρκίνου του μαστού και του προστάτη.

Το 2000, διαγνώστηκε σε ασθενή καρκίνος των πνευμόνων σε τελικό στάδιο, και του ανακοινώθηκε πως είχε λίγους μόλις μήνες ζωής, όπως εξηγεί ο Pardini. Έξι χρόνια όμως αργότερα, ο ασθενής είναι ακόμη ζωντανός και μάλιστα έχει κερδίσει και λίγο βάρος. Σύμφωνα με το άρθρο του επιστήμονα, οι τομογραφίες δείχνουν πως οι καρκινικοί όγκοι που είχαν εντοπιστεί στους πνεύμονές του, έιχαν συρρικνωθεί στο 10% του αρχικού τους μεγέθους το 2000.

Η αγωγή του ασθενούς δεν ήταν άλλο παρά μια διατροφική παρέμβαση η οποία βασιζόταν στη δραματική αύξηση της ποσότητας πρόσληψης ωμέγα-3 λιπαρών οξέων μέσω συμπληρωμάτων διατροφής με υψηλή περιεκτικότητα σε έλαιο ψαριού και χρυσής άλγης. Ο Pardini δήλωσε πως οι καθημερινές μεγάλες δόσεις ελαίων ψαριού και χρυσής άλγης συνδυάστηκαν με μια μείωση στην πρόσληψη τροφών με βάση το καλαμπόκι, καθώς αυτό περιέχει λιπαρά οξέα ωμέγα-6 που ο ερευνητής έχει ανακαλύψει πως προάγουν την ανάπτυξη του καρκίνου.

Ο Pardini είναι αισιόδοξος, αναφέροντας πως η επιτυχία του, ίσως επαναληφθεί σε μελλοντικές κλινικές δοκιμές, καθώς οι επιστήμονες διαθέτουν ισχυρά στοιχεία που ενθαρρύνουν τις διατροφικές παρεμβάσεις για τη βελτίωση της θεραπείας του καρκίνου. Τα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα των ξηρών καρπών έχουν ωφέλιμο ρολό, όχι μόνο εναντίον στην ανάπτυξη της αθηρωμάτωσης και απόφραξης των στεφανιαίων αρτηριών της καρδιάς αλλά και στην πρόληψη καρδιακών αρρυθμιών. Επομένως τα συγκεκριμένα λιπαρά των ξηρών καρπών πρέπει να αντικαθιστούν τα λιπαρά ζωικής προέλευσης προϊόντων ώστε να μην επιβαρύνουν επιπλέον με θερμίδες τον οργανισμό.

Σχετικά με τον ρόλο του DHA. Αποτελεί ένα από τα βασικά ω-3 λιπαρά που απαντώνται σε λιπαρά ψάρια όπως ο σολομός, οι σαρδέλες. Λόγω του ζωτικού ρόλου των λιπαρών στοιχείων στην ανάπτυξη του εγκεφάλου, οι ειδικοί έχουν συστήσει στις εγκύους να λαμβάνουν κατά μέσο όρο 300 mg DHA ημερησίως. Τα νέα ευρήματα, αναδεικνύουν τη σπουδαιότητα του DHA στη διατροφή της μητέρας κατά τη διάρκεια του τρίτου τρίμηνου της κύησης, τότε που επιταχύνεται και η ανάπτυξη του εγκεφάλου του εμβρύου. Το επίπεδο DHA στο αίμα του ομφάλιου λώρου των νεογέννητων ήταν παραπλήσιο με τις συγκεντρώσεις του DHA στο αίμα των μητέρων κατά τον τοκετό. «Αυτή η μελέτη έρχεται να προσθέσει περισσότερα αποδεικτικά στοιχεία που αφορούν τη σπουδαιότητα του DHA για την ανάπτυξη του μυαλού του εμβρύου», είναι στο Reuters Health ο δρ. Joseph L. Jacobson, επικεφαλής ερευνητής του Πανεπιστημίου Wayne State στο Ντιτρόιτ. Η δίαιτα των Αμερικανών είναι φτωχή σε DHA επισημάνθηκε, και αυτή η έρευνα κατατείνει στο ότι η αύξηση της κατανάλωσής τους είναι ωφέλιμη. Ωστόσο, δεν υπήρξε συσχέτιση μεταξύ των αποτελεσμάτων του τεστ στα νήπια και του DHA από το μητρικό γάλα. Είναι πολύ πιθανό, σύμφωνα με την ομάδα του Jacobson, η λήψη DHA από τις μητέρες το τρίτο τρίμηνο να είναι περισσότερο σημαντική από την κατανάλωση από τα βρέφη μητρικού γάλακτος, εξαιτίας της κρισιμότητας της ανάπτυξης του μυαλού το τρίτο τρίμηνο της κύησης.

Εκτός από τα ψάρια, άλλες πηγές DHA αποτελούν και συμπληρώματα ιχθυελαίου, ενώ DHA παράγεται και από φύκια τα οποία συμπεριλαμβάνονται σε ορισμένες βιταμίνες που δίνονται σε εγκύους. Ωστόσο, σε εγκυμονούσες και θηλάζουσες συνιστάται η αποφυγή μερικών ειδών ψαριών κι αυτό λόγω των υψηλών επιπέδων υδραργύρου που πιθανώς να περιέχουν. Τα ψάρια που πρέπει να αποφεύγονται είναι ξιφίες και βασιλικό σκουμπρί.

Η μελέτη αποδεικνύει την ευεργετική επίδραση των ωμέγα-3 λιπαρών οξέων στην υγεία των καταναλωτών με την ταυτόχρονη και γενική αντικαρκινική δράση. Καθώς και την ενδεχόμενη ανταγωνιστική δράση των ωμέγα-3 λιπαρών οξέων έναντι των ωμέγα-6 λιπαρών οξέων, που μπορεί να προάγουν την καρκινογένεση. Οι έγκυες οφείλουν αφού συμβουλευτούν τους γυναικολόγους τους να καταφεύγουν στην κατανάλωση ψαριών όπως η σαρδέλα, ο σολομός, ο γαύρος και να αποφεύγονται οι ξιφίες, το βασιλικό σκουμπρί, ο τόνος, ο καρχαρίας (όπου καταναλώνεται) λόγω της συσσώρευσης υδραργύρου στα τελευταία. Τα συμπληρώματα ιχθυελαίων είναι δυνατόν να βοηθήσουν αλλά θα πρέπει να προηγηθεί η ιατρική γνώμη των ειδικών όταν πρόκειται για εγκυμοσύνη ανεξαρτήτου σταδίου αυτής. Η έρευνα της δρ. Emily Oken έδειξε την καταμέσο όρο (κ.μ.ο.) κατανάλωση 1,5 μερίδας ψαριού κάθε εβδομάδα στην διάρκεια της εγκυμοσύνης τους.

Η ποσότητα υδραργύρου που είχαν οι γυναίκες στα ερυθρά τους αιμοσφαίρια είχε απευθείας σχέση με την ποσότητα ψαριών, που έτρωγαν. Οι βαθμολογίες των τεστ των παιδιών τους ανέβαιναν με την αύξηση της ποσότητας των ψαριών τους που οι μητέρες τους κατανάλωναν, αλλά αυτά, των οποίων οι μητέρες είχαν περισσότερο υδράργυρο στο σώμα τους απέδιδαν λιγότερο στα τεστ.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι λαμβάνοντας υπόψη τους τις επιδράσεις της έκθεσης στον υδράργυρο ενισχυόταν η επίδραση της έλλειψης ψαριών και αντιστρόφως. Τα οφέλη ήταν ισχυρότερα για παιδιά, των οποίων οι μητέρες έτρωγαν περισσότερες από δύο μερίδες την εβδομάδα.

Το εύρημα είναι ότι το όφελος της λήψης ψαριών ενισχύεται όταν ρυθμίζονται τα επίπεδα υδραργύρου και δείχνει ότι εάν δεν υπήρχε η μόλυνση από υδράργυρο τα γνωσιακά οφέλη από τα ψάρια θα ήταν μεγαλύτερα. Η κατανάλωση ψαριών από τις μέλλουσες μητέρες με μικρότερη περιεκτικότητα σε υδράργυρο και με περιορισμένη περιβαλλοντική πρόσμειξη υδραργύρου θα επέτρεπε ισχυρότερα οφέλη από την λήψη ψαριών. Δεν θα πρέπει επιπλέον να αγνοείται η χρήση των ωμέγα-3 λιπαρών οξέων σαν επικουρική αγωγή με στατίνες , αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα, β-αποκλειστές, α-ΜΕΑ άλλα και στη θεραπεία της ενδογενούς υπερτριγλυκεριδαιμίας με προσοχή σε τυχόν εμφάνιση παρενεργειών όπως γαστρεντερική δυσφορία, εκχυμώσεις, η μη επιθυμητή αύξηση της LDL καθώς και  αύξηση του σακχάρου σε διαβητικούς και μη.