Δεν ξέρω πολλές γυναίκες που να πέταξαν τον κάδο με το γάλα για να ζήσουν τη ζωή που ήθελαν μέσα στην ελευθερία αλλά και πολύ λίγες από αυτές ήταν προικισμένες από τη μούσα της ποίησης όσο η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου.

Πίσω από τις γραμμές της πολύ επιτυχημένης ομολογουμένως ταινίας και και καταπληκτική ερμηνεία των δύο ηθοποιών της ποιήτριας στα νεανικά της χρόνια και στα ώριμά της, κρύβεται ένα πολύ ατίθασο πλάσμα που έζησε ασυμβίβαστα μέχρι το τέλος/

Δικαιολογημένα η ταινία σάρωσε τα βραβεία καλοπαιγμένη αλλά το νόημα είναι αλλού. Είναι στο τσαγανό μιας γυναίκας που με δυο παιδιά στην αγκαλιά και τη μάνα της με τον καλοκουστουμαρισμένο άντρα της να την περιμένει στη σιγουριά του λιμανιού του Πειραιά διωγμένη από το μαχαίρι και τη φωτιά του τούρκου μέσα στου μικρασιατική καταστροφή έρχεται αποφασισμένη να ζήσει όπως εκείνη θέλει.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε υποταχθεί στο θέλημα των άλλων παντρεύτηκε κάποιον που της έδωσε η μάνα της έκανε δύο παιδιά αλλά ως εκεί. Μετά την καταστροφή κατέστρεψε και το νεφέλωμα όπου ζούσε. Κι αποφασίζει να ζήσει έξω από τα όρια τα πλαίσια της καθώς πρέπει σκληρής πολύ σεμνότυφης αθηναϊκής κοινωνίας της συμβατικότητας. Μοιραία ζει στο τεντωμένο σκοινί ανάμεσα στην νομιμότητα και την παρανομία και σε αυτό το ταξίδι συντροφιά της ένας ομοφυλόφιλος που έγινε κομμάτι της οικογένειάς της καθώς τον μάζεψε από το δρόμο και το τσιγάρο ο ΑΣΣΟΣ της εποχής εκείνο που την αγαπούσε και το αγαπούσε όσο τίποτα.

Είναι άνθρωποι που δεν γράφουν ούτε μια γραμμή αν δεν πιουν καφέ, ε η Ευτυχία όλα τα ντέρτια της και τους καημούς της τους μοιραζόταν με ένα τσιγάρο και στο χέρι παρακαταθήκη την σκληρή κασετίνα. Είναι η πρώτη ελληνίδα στιχουργός, χωρίζει τον ευυπόληπτο άντρα της και γράφει στίχους μαζί με την δράση της σε ένα μπουλούκι θεατρικό απ όπου γυρνάει με εμπειρίες φορτωμένη. Περνάει δίπλα αλλά όχι ξυστά από τις μεγαλύτερες θεατρίνες της εποχής και βλέπει τον κόσμο του θεάματος από την πίσω μεριά το παρασκήνιο αλλά μαθαίνει και κάτι άλλο εκεί που πάνε όλα τα λεφτά από τα στιχάκια της, μαθαίνει τον τζόγο από κουμ καν μέχρι μπαρμπούτι. Καλή της συντρόφισσα η Σωτηρία Μπέλου και φίλοι της ο Τσιτσάνης ο Μανώλης Χιώτης ακόμα και ο Χατζηδάκις.

Τότε γράφεται το Ένας αετός χωρίς φτερά. Θυμάται ότι πρωτοέγραψε στο καράβι που την έφερνε στην Ελλάδα αφού είχε περάσει οδυνηρό ταξίδι από την Αττάλεια στη Σμύρνη και από εκεί στον Πειραιά όπως όπως. Έτσι έζησε την οικογένειά της έτσι κράτησε κοντά της και τα δυο της κορίτσια με παρηγοριά το στίχο παρακάλεσε τον άντρα της να της δώσει διαζύγιο. Πάντα ήταν όμως ότι βγάλουμε και ότι φάμε σήμερα. Πέρασαν χιλιάδες δραγμές εποχής από τα χέρια της, σπίτι δικό της δεν έκανε ίσα για τον επιούσιο και μετά ότι περίσσευε τα ακουμπούσε στα ζάρια ή στην τσόχα όπου στήνονταν τραπέζι χαρτοπαιξίας.

Η ίδια καταλήγει όμως στο καταπληκτικό “στη ζωή μου περπάτησα όπως ήθελα”.
Μέχρι που ακολουθεί τα βήματα ενός αστυνομικού που κατά παράξενο τρόπο διαβάζει κάθε μέρα στην Εθνική Βιβλιοθήκη όπου και η ίδια διαβάζει. Τον λένε Παπαγιαννόπουλο και αυτό το όνομα γίνεται το πεπρωμένο της. Τον ερωτεύεται μέχρι που της λέει το “παντρέψου με”.

Αυτό ήταν τον παντρεύτηκε. Έπαιξε στα ζάρια ακόμα και τη στολή του αλλά πάντα τη συγχωρούσε. Ο Τσιτσάνης ο δάσκαλος όπως τον έλεγε, της μαστορεύει πρωτόλεια στίχους όπως Τα Καβουράκια, Περασμένες μου αγάπες, Μαλάμω με τη φούρια σου και άλλα πολλά. Δυστυχώς όμως οι στίχοι στο χαρτάκι του πακέτου των τσιγάρων της δεν είναι ικανοί να της αγοράσουν μια σόμπα ένα ψυγείο να πληρώσουν το νοίκι στο σπίτι να της προσφέρουν καλύτερη ζωή. Έτσι Μ ένα όνειρο τρελό, όνειρο απατηλό, πορεύεται στη ζωή της με συντροφιά τον τζόγο. Αλλά είπαμε έζησε όπως ήθελε όπως “γούσταρε” ας μου επιτραπεί η έκφραση που αρμόζει σε μια γνήσια ρεμπέτισσα.

Η μοίρα δεν της κάνει το χατίρι και της παίρνει το μεγάλο της στήριγμα τη μάνα της. Το πως λυγάει ο άνθρωπος μπροστά στο θάνατο το νοιώθει ΄μέσα από τη φράση της στιγμής “μάνα μη φεύγεις”. Από εκεί και πέρα κάθε λέξη της γίνεται και τραγούδι και ο Καλδάρας της κάνει τα μεγαλύτερα σουξέ. Πετραδάκι Πετραδάκι, Στ Αποστόλη το κουτούκι, Σαν τον αητό είχα φτερά, Όλα είναι ένα ψέμα. Αυτή είναι και η παρηγοριά της οι στίχοι της ειδικά όταν η κόρη της θα ερωτευθεί τον κοντό και άσχημα της εποχής ηθοποιό τον Φραγκίσκο Μαλέλη ο οποίος και θα την απατήσει και μετά τη γέννα του παιδιού τους θα τον χωρίσει. Η Ευτυχία χάνει και την κόρη της από ανίατη ασθένεια της εποχής πολύ γρήγορα.

Τίποτα άλλο δεν θέλει πια ζει σε ένα σπίτι από αναμνήσεις καθώς φεύγει από κύρωση του ήπατος και ο Παπαγιαννόπουλος. Γι αυτήν την ατίθαση γυναίκα που η μοίρα της πήγε τραγικά κόντρα ένας επίλογος ταιριάζει. Έζησε όπως ήθελε έβγαλε λεφτά και τα σκόρπισε στους πέντε ανέμους. ¨Ήταν όμως , μία από τις μεγαλύτερες ελληνίδες ποιήτριες. Λίγες γυναίκες ακόμα και σήμερα θα είχαν το τσαγανό της.

Δεύτε την ταινία και κρατήστε μέσα σας αυτή την ατίθαση ύπαρξη.