Περισσότερες από 30 καλές πρακτικές για την εφαρμογή ενός Εθνικού Σχεδίου Δράσης κατά του Καρκίνου αναδεικνύει μελέτη* που παρουσιάστηκε στο 50ο Πανελλήνιο Ιατρικό Συνέδριο, που διεξήχθη στην Αθήνα (25-27 Απριλίου 2024).

Οι ερευνητές αρχικά εστίασαν στην καταγραφή των ευρωπαϊκών χωρών που διαθέτουν Εθνικά Σχέδια Δράσης κατά του Καρκίνου (ΕΣΚ) και εν συνεχεία εξέτασαν πόσο συντονισμένα είναι αυτά με το Ευρωπαϊκό Σχέδιο Καταπολέμησης του Καρκίνου (EBCP), που δημοσιεύθηκε το 2021.

Η ερευνητική ομάδα εντόπισε 20 ενεργά Εθνικά Σχέδια Δράσης κατά του Καρκίνου σε ισάριθμες ευρωπαϊκές χώρες. Ωστόσο εστίασε στην ανάλυση οκτώ εθνικών σχεδίων των εξής χωρών: Βέλγιο, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Πολωνία, Ρουμανία, Σλοβενία και Τσεχία. Οι συγκεκριμένες χώρες επιλέχθηκαν καθώς αποτελούν χώρες-σημείο αναφοράς για την Ελλάδα, λόγω της μεγάλης εμπειρίας τους στην εφαρμογή ΕΣΚ και του οράματός τους στη μάχη κατά του καρκίνου.

Η ανάλυση των οκτώ προαναφερόμενων ΕΣΚ ανέδειξε περισσότερες από 30 καλές πρακτικές στην εφαρμογή ενός Εθνικού Σχεδίου Δράσης κατά του Καρκίνου και συγκεκριμένα στην πρόληψη, την έγκαιρη ανίχνευση,  διάγνωση & θεραπεία και βελτίωση της ποιότητας ζωής ασθενών & επιβιωσάντων, αλλά και στο κομμάτι του ρόλου των ασθενών, της ανάγκης παρακολούθησης εφαρμογής ενός ΕΣΚ, της έρευνας αλλά και των παιδιατρικών καρκίνων.

Όσον αφορά στη θέσπιση στρατηγικών στόχων και δομών διακυβέρνησης, βρέθηκε ότι για την πλειοψηφία των Σχεδίων που αναλύθηκαν, το Υπουργείο Υγείας ήταν ο κύριος υπεύθυνος φορέας για τον σχεδιασμό των ΕΣΚ. Παράλληλα, τρεις από τις οκτώ χώρες (Ιταλία, Πολωνία, Τσεχία) αναφέρουν πιθανές πηγές χρηματοδότησης, οι οποίες μπορεί να εξασφαλιστούν όχι μόνο από εθνικούς, αλλά και ευρωπαϊκούς πόρους.

Σχετικά με τις προτεραιότητες των οκτώ χωρών, αυτές εμφανίζονται εξαιρετικά ασθενοκεντρικές και ευθυγραμμίζονται με τους τέσσερις πυλώνες του EBCP, που είναι η πρόληψη, η έγκαιρη ανίχνευση, η διάγνωση & θεραπεία και η βελτίωση της ποιότητας ζωής ασθενών & επιβιωσάντων. Πολύ υψηλά στη λίστα των προτεραιοτήτων των χωρών βρίσκονται επίσης τα δεδομένα υγείας (health data) και η καταγραφή τους σε Μητρώα, η ανάγκη παρακολούθησης των ΕΣΚ (monitoring), αλλά και η ανάγκη επένδυσης στη στελέχωση του κλάδου και στην ψηφιοποίηση.

Αναλύοντας σε βάθος τις δράσεις των χωρών με βάση τους πυλώνες του EBCP παρατηρήθηκε ότι  όλες οι χώρες εφαρμόζουν (είτε πλήρως ή έχουν υπό σχεδιασμό) πολιτικές υγείας για βασικούς παράγοντες κινδύνου -όπως το κάπνισμα, το αλκοόλ και ο εμβολιασμός κατά του HPV και στα δύο φύλα- καθώς και προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου για τον καρκίνο του μαστού, του τραχήλου της μήτρας και του παχέος εντέρου. Όλες οι χώρες έχουν (είτε πλήρως ή υπό σχεδιασμό) ογκολογικά μητρώα, συμμετέχουν σε δίκτυα -εθνικά, όπως τα περιφερειακά δίκτυα της Ιταλίας στον καρκίνο του μαστού ή διεθνικά, όπως τα Ευρωπαϊκά Δίκτυα Αναφοράς- που επιτρέπουν ανταλλαγή γνώσεων και εμπειρίας, και προσφέρουν κέντρα ολοκληρωμένης ογκολογικής φροντίδας για την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των ογκολογικών τους ασθενών. Επιπλέον, όλες οι χώρες εφαρμόζουν (είτε πλήρως ή υπό σχεδιασμό) πολιτικές υγείας για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ογκολογικών ασθενών αλλά και των φροντιστών τους σε κάποιες περιπτώσεις, ενώ και το «δικαίωμα στη λήθη» φαίνεται να αποτελεί ακόμη έναν τομέα προτεραιότητας σε πέντε από τις οκτώ χώρες που εξετάστηκαν.

Επίσης, οι Σύλλογοι Ασθενών αναδείχθηκαν στην πλειοψηφία των χωρών ως ο βασικός υποστηρικτής των ΕΣΚ, οι οποίοι έχουν συμμετάσχει και στη διαδικασία σχεδιασμού των ΕΣΚ σε χώρες, όπως το Βέλγιο και η Ιταλία. Η έρευνα μέσω των κλινικών δοκιμών φαίνεται να παραμένει βασικός παράγοντας καινοτομίας στην Ευρώπη, που υποστηρίζεται μέσω δικτύων αριστείας, ενώ τέλος και η διαχείριση των παιδιατρικών καρκίνων αποτελεί σημαντική προτεραιότητα, με την Πολωνία να αποτελεί κορυφαία χώρα αναφοράς στον τομέα αυτό.

Παραδείγματα καλών πρακτικών

Ενδεικτικά παραδείγματα καλών πρακτικών είναι της Γαλλίας με το “nutri-score” food label που άλλαξε τις αγοραστικές συνήθειες τροφίμων στο 60% του πληθυσμού της χώρας και η συμμετοχή της Ιταλίας σε προγράμματα που χρηματοδοτούνται από την Ε.Ε. για την εκπαίδευση επαγγελματιών υγείας στη «συνταγογράφηση φυσικής άσκησης» σε ασθενείς. Παράλληλα, η Τσεχία εφαρμόζει ad-board ειδικών ανά πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου για κάθε τύπο καρκίνου, ενώ η Γαλλία εφαρμόζει διαφορετικές πρακτικές προσυμπτωματικού ελέγχου για τον έγκαιρο εντοπισμό της νόσου σε πρωιμότερα στάδια, με τη χρήση κινητών μαστογράφων για την προσέγγιση ατόμων που ζουν σε απομακρυσμένες περιοχές, αλλά και την αποστολή self-screening τεστ για τον καρκίνου του παχέος εντέρου κατ’ οίκον. Η Ισπανία συγκεντρώνοντας χειρουργεία σε νοσοκομεία με μεγάλη ειδίκευση και όγκο εξυπηρέτησης στο κομμάτι αυτό, κατάφερε να μειώσει τα ποσοστά θνησιμότητας, επειγόντων χειρουργείων και παραμονής των ασθενών σε δομές υγείας, βελτιώνοντας παράλληλα το συνολικό προσδόκιμο επιβίωσής τους. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί το παράδειγμα της Ρουμανίας που εφαρμόζει ξεχωριστές λίστες ραντεβού για τη μείωση του χρόνου αναμονής των ογκολογικών ασθενών, ενώ παρέχει ψυχολογική υποστήριξη, άδειες και επιδόματα όχι μόνο στους ογκολογικούς ασθενείς, αλλά και στους φροντιστές τους.

Το ελληνικό Σχέδιο Δράσης κατά του Καρκίνου

Η Ελλάδα μέσα από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, έχει κάνει σημαντικά βήματα προόδου στην υποστήριξη ενός Εθνικού Σχεδίου Δράσης κατά του Καρκίνου, όπως με το πρόγραμμα «Σπύρος Δοξιάδης» που περιλαμβάνει τρία βασικά προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου για τον καρκίνο του μαστού («Φώφη Γεννηματά»), του τραχήλου της μήτρας και του παχέος εντέρου, την εφαρμογή του HPV εμβολιασμού και στα δύο φύλα, το Εθνικό Ψηφιακό Πρόγραμμα για τον Καρκίνο, αλλά και τη θεσμοθέτηση του Εθνικού Μητρώου για τον Καρκίνο, της Ανακουφιστικής φροντίδας και της κατ’ οίκον νοσηλείας, μεταξύ άλλων. Ωστόσο, η χώρα μας υπολείπεται ενός στοχευμένου, μεθοδικού και μακροχρόνιου εθνικού σχεδίου για την καταπολέμηση του καρκίνου. Έχει όμως μία «χρυσή ευκαιρία» για τη δημιουργία μίας εθνικής στρατηγικής, αξιοποιώντας τις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το σχέδιο «Ελλάδα 2.0». Και μπορεί να αποκτήσει όλα τα εχέγγυα για το σχεδιασμό μίας πολιτικής που θα βελτιώσει την υγεία και την ποιότητα ζωής των ογκολογικών ασθενών. Η μελέτη που παρουσιάστηκε στο 50ο Πανελλήνιο Ιατρικό Συνέδριο θα μπορούσε να αποτελέσει ένα επιπλέον «εργαλείο γνώσεων» προς αυτή την κατεύθυνση.

#########