Περισσότερες από τις μισές γυναίκες που βρίσκονται στην εμμηνόπαυση αντιμετωπίζουν πρόβλημα τριχόπτωσης. Όσο μάλιστα αυξάνεται η ηλικία και ο χρόνος από την τελευταία έμμηνο ρύση, τόσο σοβαρότερη είναι. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Menopause. Ερευνώντας τα αίτια της τριχόπτωσης στις γυναίκες, οι ερευνητές δήλωσαν ότι παρότι παραμένουν αβέβαια, φαίνεται ότι ευθύνονται οι ορμονικές αλλαγές. Σημαντικό είναι, επίσης, το εύρημα ότι στους παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνεται η παχυσαρκία!

«Η τριχόπτωση και η αραίωση των μαλλιών αποτελεί ένα ευαίσθητο θέμα που επηρεάζει μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Εκτιμάται ότι στους άνδρες το ποσοστό ανέρχεται ακόμα και στο 85%. Αν και υπάρχουν πολλές αιτίες τριχόπτωσης, μακράν η πιο συχνή είναι η ανδρογενής αλωπεκία, η οποία επηρεάζει τόσο τους άνδρες όσο και τις γυναίκες, με τη συχνότητά της να αυξάνεται όσο περνάνε τα χρόνια», εξηγεί ο Γεώργιος Βελημβασάκης, MD, FEBOPRAS, Πλαστικός Επανορθωτικός και Αισθητικός Χειρουργός.

Στη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Menopause, οι ερευνητές αξιολόγησαν 178 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ηλικίας 50-65 ετών για τριχόπτωση γυναικείου τύπου, η οποία προσδιορίστηκε βάσει φωτογραφιών και μετρήσεων των ορμονικών επιπέδων, της πυκνότητας των τριχών και της διαμέτρου τους.

Τα ευρήματα έδειξαν ότι ο συνολικός επιπολασμός ήταν 52,2%. Από ήπια τριχόπτωση έπασχε το 73,2% των συμμετεχουσών, από μέτρια τριχόπτωση το 22,6% και από σοβαρή τριχόπτωση το 4,3%. Παρατηρήθηκε ότι ο αριθμός των γυναικών με τριχόπτωση αυξήθηκε με τη γήρανση, αλλά και όσο απομακρύνονταν χρονικά από την έναρξη της εμμηνόπαυσης. Μια υποανάλυση έδειξε ότι η ηλικία των 56 ετών και άνω και τα 6 έτη από την εμμηνόπαυση σχετίζονται ιδιαίτερα με την τριχόπτωση. Ωστόσο, μετά από προσαρμογή κάποιων μεταβλητών, μόνο ο δείκτης μάζας σώματος 25 kg/m2 ή υψηλότερος συσχετίστηκε με αυξημένο επιπολασμό της.

Διαπιστώθηκε δε ότι το 60% των συμμετεχουσών -το 100% των γυναικών με σοβαρή τριχόπτωση-, είχε χαμηλή αυτοεκτίμηση.

Οι ερευνητές ανέφεραν ότι οι γυναίκες που εξετάστηκαν στη μελέτη είχαν χαμηλότερη πυκνότητα, πάχος και αριθμό τριχών, συγκριτικά με τις γυναίκες που είχανε φυσιολογικά πρότυπα τριχών, αν και η πυκνότητα των τριχών vellus (χνούδι) ήταν υψηλότερη στις γυναίκες που παρουσίαζαν τριχόπτωση. Αυτή η διάκριση μπορεί να οφείλεται εν μέρει στον συντομότερο κύκλο της τρίχας και στη μειωμένη αναγεννητική φάση των θυλάκων τύπου vellus.

Στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες η τριχόπτωση προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία. Σε αντίθεση με τους άνδρες, οι οποίοι είναι αποδεκτό από την κοινωνία να έχουν ξυρισμένο κεφάλι, οι γυναίκες δεν έχουν αυτήν τη δυνατότητα και όσες το τολμούν πέφτουν συχνά θύματα bullying, ή, στην καλύτερη περίπτωση, ατυχών… αστεϊσμών. Η πλούσια κόμη έχει συνδεθεί στενά, εξάλλου, με τη θηλυκότητα και τη νεανικότητα και γι’ αυτό η τριχόπτωση καταβάλει ψυχολογικά τις γυναίκες πολύ περισσότερο από ό,τι τους άνδρες.

«Παρότι οι λόγοι της τριχόπτωσης δεν είναι απολύτως σαφείς, τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι ευθύνεται η ορμονική και η γενετική προδιάθεση. Στις γυναίκες αυτής της ηλικίας η διάρκεια της φάσης ανάπτυξης της τρίχας μειώνεται και στην ενεργή φάση ανάπτυξης βρίσκονται λιγότερες τρίχες. Οι θύλακες των τριχών συρρικνώνονται, με αποτέλεσμα τα μαλλιά να γίνονται λεπτότερα και λιγότερα. Έτσι, οι γυναίκες παρατηρούν μια προοδευτική αραίωση των μαλλιών τους. Αρχίζουν να βλέπουν σε ορισμένα σημεία το τριχωτό της κεφαλής τους, τα οποία βρίσκονται στην κορυφή συνήθως, και όχι στη μετωπιαία γραμμή των μαλλιών, όπως συμβαίνει στους άνδρες», επισημαίνει ο κ. Βελημβασάκης.

Ο υψηλός επιπολασμός της τριχόπτωσης κατά τη μετεμμηνοπαυσιακή περίοδο εγείρει την ανάγκη εγρήγορσης, έγκαιρης διάγνωσης και κατάλληλης θεραπείας. Υπάρχουν φάρμακα και άλλες μη χειρουργικές μέθοδοι (φωτοθεραπεία, εγχύσεις με πλάσμα πλούσιο σε αιμοπετάλια), οι οποίες που μπορούν να ανακόψουν την εξέλιξη της ανδρογενούς αλωπεκίας, ή ακόμη και να βοηθήσουν στην ανάπτυξη νέων τριχών.

Όμως, οι πρόσφατες εξελίξεις στη χειρουργική αποκατάσταση των μαλλιών έχουν καταστήσει τη μεταμόσχευση έναν αποτελεσματικότερο, ασφαλέστερο και πιο αξιόπιστο τρόπο να ανακτήσουν τη νεανική και φυσική εμφάνισή τους οι ασθενείς που ταλαιπωρούνται από ανδρογενή αλωπεκία.

Η μεταμόσχευση μαλλιών είναι η ενδεδειγμένη λύση, εάν η τριχόπτωση είναι αργή, σταδιακή για πολλά χρόνια, χωρίς απότομα πρόσφατα επεισόδια. Ωστόσο, εάν μια γυναίκα αναφέρει ότι η τριχόπτωσή της εξελίσσεται ραγδαία, έχει πρόσφατη έναρξη, δεν έχει σταθερό μοτίβο, είναι έντονη, οφείλεται σε φάρμακα που υποχρεωτικά εξακολουθούν να λαμβάνονται (π.χ. χημειοθεραπείας), τότε η μεταμόσχευση μαλλιών αποκλείεται σχεδόν πλήρως ως επιλογή έως ότου σταθεροποιηθεί η απώλεια μαλλιών.

Εφόσον η ασθενής κριθεί ως κατάλληλη υποψήφια για μεταμόσχευση, η διαδικασία είναι απλή και ανώδυνη, αφού πραγματοποιείται με τοπική αναισθησία. Ο χρόνος μεταμόσχευσης είναι περίπου 8 ώρες, το αποτέλεσμα είναι μόνιμο, αρχίζει να φαίνεται από τον 3ο μήνα και ολοκληρώνεται μετά από 12 μήνες.

«Για να επιτευχθούν τα καλύτερα αποτελέσματα απαιτείται η μεταμόσχευση να πραγματοποιηθεί από έμπειρο χειρουργό. Κι αυτό γιατί πρέπει να αξιολογήσει πλήρως το ιστορικό της ασθενούς, να προβεί στη φυσική εξέτασή της και να την ερμηνεύσει σωστά, και, αν χρειαστεί, να παραγγείλει εργαστηριακές εξετάσεις, δεδομένου ότι η τριχόπτωση στις γυναίκες διαφέρει από τους άνδρες και απαιτεί προσοχή.
Η μεταμόσχευση είναι μια μικροχειρουργική επέμβαση. Απαιτείται μεγάλη χειρουργική εμπειρία και καθημερινή ενασχόληση. Όταν η μεταμόσχευση συνδυάζεται με τις γνώσεις της αισθητικής πλαστικής χειρουργικής, ο πλαστικός χειρουργός φροντίζει για τη σωστή κατεύθυνση των μοσχευμάτων ανάλογα με την περιοχή τοποθέτησης (κροτάφους, γέφυρα, κορυφή κεφαλής), τη σωστή τοποθέτηση μονότριχων ή πολύτριχων θυλακίων, το ύψος της μετωπιαίας γραμμής και τη φυσικότητα του τελικού σχεδιασμού ανάλογα με την ηλικία.

Εξίσου σημαντική για την ποιότητα του αποτελέσματος είναι η μέθοδος που χρησιμοποιείται. Σήμερα πραγματοποιούμε τη μεταμόσχευση μαλλιών με τη νέα μέθοδο FUE (Follicular Unit Extraction), η οποία δεν αφήνει ουλές ή σημάδια, όπως συνέβαινε με παλαιότερες και πιο επεμβατικές μεθόδους. Τα νέα μαλλιά θα παραμείνουν για πάρα πολλά χρόνια και θα χαρίσουν στην ασθενή την χαμένη πυκνότητα των μαλλιών της, αλλά και τη χαμένη αυτοπεποίθησή της», καταλήγει ο ιατρός Γεώργιος Βελημβασάκης.