Κλινική βελτίωση παρουσίασαν οι ασθενείς με πνευμονική αρτηριακή υπέρταση (PAH) που μετέβησαν σε αγωγή με τον διεγέρτη της διαλυτής γουανυλικής κυκλάσης (sGC), (ριοσιγουάτη) λόγω ανεπαρκούς ανταπόκρισης στη θεραπεία με αναστολέα της φωσφοδιεστεράσης-5 (PDE-5), με βάση τα αποτελέσματα της παγκόσμιας, τυχαιοποιημένης, ελεγχόμενης, ανοικτής μελέτης Φάσης 4, REPLACE.

Η πνευμονική υπέρταση (PH) είναι μια σοβαρή, προοδευτική, ιδιαίτερα επιβαρυντική και απειλητική για τη ζωή των ασθενών διαταραχή των πνευμόνων και της καρδιάς, στην οποία η αρτηριακή πίεση στις πνευμονικές αρτηρίες είναι υψηλότερη του φυσιολογικού, και η οποία μπορεί να οδηγήσει σε δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια και θάνατο. Οι ασθενείς με PH μπορεί να εμφανίσουν εξαιρετικά ελαττωμένη ικανότητα για σωματική άσκηση και μειωμένη ποιότητα ζωής. Στα συνηθέστερα συμπτώματα της PH συγκαταλέγονται η δύσπνοια, η κόπωση, η ζάλη και η λιποθυμία, και όλα αυτά επιδεινώνονται από τη σωματική κόπωση. Δεδομένου ότι τα συμπτώματα της PH δεν είναι ειδικά, η διάγνωση της μπορεί να καθυστερήσει ακόμη και δύο χρόνια.

Η πνευμονική αρτηριακή υπέρταση (PAH), μία από τις πέντε μορφές PH, είναι μια προοδευτική και απειλητική για τη ζωή νόσος, στην οποία η αρτηριακή πίεση στις πνευμονικές αρτηρίες είναι σημαντικά αυξημένη λόγω αγγειοσύσπασης, και η οποία μπορεί να οδηγήσει σε δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια και θάνατο. Η PAH χαρακτηρίζεται από μορφολογικές αλλαγές του ενδοθηλίου των αρτηριών των πνευμόνων που προκαλούν αναδιαμόρφωση του ιστού και αγγειοσύσπαση. Ως επακόλουθο αυτών των αλλαγών, τα αιμοφόρα αγγεία των πνευμόνων συσπώνται, καθιστώντας δυσκολότερο το έργο της καρδιάς να προωθήσει το αίμα προς τους πνεύμονες. Η PAH είναι μια σπάνια νόσος και εκτιμάται ότι προσβάλλει 15 έως 52 άτομα ανά εκατομμύριο παγκοσμίως. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η PAH δεν έχει γνωστή αιτία, αν και μερικές φορές μπορεί να είναι κληρονομούμενη.

Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί στη θεραπευτική αντιμετώπιση της PAH, εξακολουθεί να υφίσταται μια ανεκπλήρωτη ιατρική ανάγκη, ενώ η θνησιμότητα παραμένει σε υψηλά επίπεδα, γεγονός που καταδεικνύει την ανάγκη για πρόσθετες θεραπευτικές επιλογές.

Η μελέτη πέτυχε το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της, καταδεικνύοντας κλινική βελτίωση κατά την Εβδομάδα 24, η οποία ορίζεται ως δύο εκ των ακολούθων: αύξηση ≥10%/≥30 μέτρα στην εξάλεπτη δοκιμασία βάδισης (6MWD) σε σχέση με την αρχική αξιολόγηση, Λειτουργική Κατηγορία I/II κατά WHO ή μείωση ≥30% του N-τελικού άκρου της προορμόνης του εγκεφαλικού νατριουρητικού πεπτιδίου (NT-proBNP) σε σχέση με την αρχική αξιολόγηση, απουσία κλινικής επιδείνωσης.

Ως κλινική επιδείνωση ορίστηκε ο θάνατος από οποιαδήποτε αιτία, η νοσηλεία για επιδεινούμενη PAH ή η εξέλιξη της νόσου. Διπλάσιοι ασθενείς στην ομάδα της ριοσιγουάτης πέτυχαν το σύνθετο πρωτεύον καταληκτικό σημείο της κλινικής βελτίωσης σε σύγκριση με την ομάδα του PDE5i (41% έναντι 20%, αντίστοιχα) [OR=2,78, CI 95% (1,53–5,06), p=0,0007].

Τα αποτελέσματα για την ασφάλεια συνάδουν με το γνωστό προφίλ ασφάλειας της ριοσιγουάτης. Τα δεδομένα της μελέτης REPLACE παρουσιάστηκαν στο πρόσφατο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Πνευμονολογικής Εταιρείας (ERS), που πραγματοποιήθηκε διαδικτυακά.

Στην κλινική πρακτική, πολλοί ασθενείς με PAH που λαμβάνουν αγωγή με αναστολείς της PDE-5 μπορεί να μην πετυχαίνουν ή να μη διατηρούν συγκεκριμένους θεραπευτικούς στόχους. Η μελέτη REPLACE έδειξε ότι οι ασθενείς με PAH που έχουν ανεπαρκή ανταπόκριση σε αναστολείς της PDE-5 μπορεί να ωφεληθούν από τη μετάβαση στη ριοσιγουάτη, η οποία χρησιμεύει κατ’ αυτόν τον τρόπο ως δυνητική επιλογή για την εντατικοποίηση της θεραπείας. Αυτό σημαίνει επίσης ότι οι ασθενείς μπορούν να παραμείνουν σε μονοθεραπεία ή σε θεραπεία συνδυασμού δύο παραγόντων προτού προστεθούν άλλες στοχευμένες θεραπευτικές αγωγές.