Ελπίδα φαίνεται να χαράζει στη ζωή των ασθενών από τα βιο-ομοειδή φάρμακα όπως ανακοινώθηκε στην επιστημονική ημερίδα που διοργάνωσε ο Σύλλογος Καρκινοπαθών Εθελοντών Φϊλων Ιατρών ΚΕΦΙ.

Στόχος της εκδήλωσης ήταν η ενημέρωση του κοινού για τα βιο-ομοειδή φάρμακα, τη σχέση τους με τα φάρμακα αναφοράς και τη διαφορά τους από τα γενόσημα φάρμακα, καθώς και τα οφέλη που μπορεί να προσφέρει η χρήση τους τόσο για τους ίδιους τους ασθενείς όσο και για το σύστημα υγείας.

Συντονιστής της ημερίδας ήταν ο κ. Βασίλης Μπαρμπούνης, Παθολόγος – Ογκολόγος. Η εκδήλωση άρχισε με χαιρετισμό από την Πρόεδρο του Κ.Ε.Φ.Ι. κα Ζωή Γραμματόγλου.

Πρώτη ομιλήτρια ήταν η κα Ελένη Γαλάνη, Παθολόγος – Ογκολόγος, η οποία αναφέρθηκε στα επιστημονικά δεδομένα που τεκμηριώνουν την αποτελεσματικότητα των βιο-ομοειδών στη θεραπεία του καρκίνου. Η κα Γαλάνη ανέφερε ότι τα βιολογικά φάρμακα είναι φάρμακα νέας γενιάς, και συγκεκριμένα πρωτεΐνες που δημιουργούνται από την τοποθέτηση DNA μέσα σε ζωντανούς οργανισμούς. Η ινσουλίνη, οι αυξητικοί παράγοντες και τα μονοκλωνικά αντισώματα είναι παραδείγματα βιολογικών φαρμάκων. Τα βιο-ομοειδή φάρμακα περιέχουν παρόμοια πρωτεΐνη με τα βιολογικά φάρμακα αναφοράς και έχουν παρόμοιο θεραπευτικό αποτέλεσμα. Δεν είναι χημικές ουσίες, όπως τα γενόσημα φάρμακα. Μπορούν να παραχθούν περίπου κατόπιν δεκαετίας από την κυκλοφορία του βιολογικού φαρμάκου αναφοράς. Όταν περισσότερες από μία εταιρείες παράγουν βιολογικά φάρμακα, υπάρχουν περισσότερες θεραπευτικές επιλογές και μειώνεται το κόστος τους ώστε να υπάρχει η δυνατότητα το ποσό που εξοικονομείται να επενδυθεί στην έρευνα και την κάλυψη περισσότερων ασθενών από το σύστημα υγείας.

Στη σχέση των βιο-ομοειδών με τις πολιτικές υγείας, το κόστος τους και την προσβασιμότητά τους αναφέρθηκε η κα Όλγα Οικονόμου, Διευθύντρια Φαρμακοποιός ΕΣΥ και Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Σπάνιων Παθήσεων. Η κα Οικονόμου ανέλυσε τα οικονομικά οφέλη από τη χρήση των βιο-ομοειδών και μετέφερε το πόρισμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι η διάθεση των βιο-ομοειδών φαρμακευτικών προϊόντων ενισχύει τον ανταγωνισμό, δίνοντας τη δυνατότητα να βελτιωθεί η πρόσβαση των ασθενών σε βιολογικές θεραπείες, και συνεισφέρει στην οικονομική βιωσιμότητα των Συστημάτων Υγείας της ΕΕ.

Με τη σχέση μεταξύ Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και των νέων θεραπειών ασχολήθηκε στην παρουσίασή του ο κ. Χρήστος Λιονής, Καθηγητής Γενικής Ιατρικής και Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης. O κ. Λιονής τόνισε ότι υπάρχει ελλιπής ενημέρωση των γιατρών της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας για τις νέες θεραπείες, τα βιολογικά φάρμακα και τα βιο-ομοειδή. Οι ιατροί δεν έχουν πρόσβαση σε ερευνητικό υλικό, όπως π.χ. η Σύμπραξη Cochrane, και έτσι συχνά αντιμετωπίζουν με δυσπιστία αυτού του είδους τις θεραπείες. Ο κ. Λιονής υπογράμμισε επίσης ότι είναι πάρα πολύ σημαντικός ο παράγοντας της εγγραμματοσύνης υγείας: σε πολλές περιπτώσεις οι ασθενείς δεν έχουν τις επαρκείς γνώσεις και δυνατότητες έρευνας ώστε να λάβουν τις σωστές αποφάσεις για την υγεία τους.

Στη συνέχεια πήρε τη σκυτάλη η κα Δέσποινα Σανούδου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, με θέμα «Συνοδά διαγνωστικά τεστ για την εξατομικευμένη χρήση των βιολογικών φαρμάκων». Η κα Σανούδου εξήγησε ότι τα συνοδά διαγνωστικά τεστ είναι φαρμακογενετικά τεστ που αξιολογούν επιλεγμένα σημεία του DNA του ασθενούς προκειμένου να προβλέψουν την ανταπόκριση που θα έχει σε συγκεκριμένα φάρμακα. Τα τεστ αυτά επιτρέπουν την επιλογή θεραπείας ή παρακολούθηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία και χρησιμοποιούνται κυρίως στην περίπτωση βιολογικών φαρμάκων. Εκτός από την ανταπόκριση του ασθενούς στο εκάστοτε φάρμακο, τα συνοδά διαγνωστικά τεστ μπορούν να μας δείξουν ποιος ασθενής κινδυνεύει να εμφανίσει σοβαρές παρενέργειες από ένα φάρμακο και ποια είναι η ενδεδειγμένη δόση για το φάρμακο αυτό.

Ο κ. Δημήτρης Τρυφωνόπουλος, Παθολόγος – Ογκολόγος, Επιμελητής Α’ στο Γ.Α.Ο.Ν.Α “Άγιος Σάββας” παρουσίασε το θέμα της εναλλαγής και αυτόματης υποκατάστασης φαρμάκων από τα βιο-ομοειδή φάρμακα. Ο κ. Τρυφωνόπουλος επεσήμανε ότι τα βιο-ομοειδή είναι βιολογικά φάρμακα που έχουν υψηλού βαθμού ομοιότητα, αλλά δεν είναι πανομοιότυπα με  τα εγκεκριμένα βιολογικά προϊόντα αναφοράς, όμως τα εγκεκριμένα βιο-ομοειδή έχουν μελετηθεί επαρκώς και έχουν βρεθεί ισοδύναμα με τα αντίστοιχα προϊόντα αναφοράς. Η υποκατάσταση ή εναλλαγή προϊόντων αναφοράς με βιο-ομοειδή είναι στη διακριτική ευχέρεια των ιατρών. Η χρήση βιο-ομοειδών εξοικονομεί κόστος, διατηρώντας την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια, βελτιώνοντας την πρόσβαση σε σημαντικά φάρμακα.