Το ταξίδι της ανακάλυψης δεν σημαίνει να ψάχνεις καινούργια μέρη αλλά να έχεις καινούργια μάτια.

Μαρσέλ Προυστ

Ο καταρράκτης είναι μια από τις συχνότερες παθήσεις στην οφθαλμολογία και η αφαίρεσή του αποτελεί την πιο συχνά πραγματοποιούμενη επέμβαση στην ιατρική. Είναι αποτέλεσμα της φυσιολογικής γήρανσης του φακού του οφθαλμού, για αυτό και με την πάροδο της ηλικίας αυξάνεται η συχνότητά του.

Μια κοινή ερώτηση που ανακύπτει στην συζήτηση με τον ασθενή για τον καταρράκτη είναι αν ο καταρράκτης είναι “ώριμος” δηλαδή έτοιμος για χειρουργική αφαίρεση. Για την απάντηση σε αυτή την ερώτηση ας ξεκινήσουμε από το τι είναι καταρράκτης. Στο εσωτερικού του οφθαλμού υπάρχει ένας συγκεντρωτικός φακός, ο οποίος εστιάζει το φως που εισέρχεται στον οφθαλμό ώστε να σχηματιστεί η εικόνα στο πίσω μέρος του ματιού, στον αμφιβληστροειδή χιτώνα, κατά αναλογία μιας φωτογραφικής μηχανής.

Ο φακός αυτός όταν γεννιόμαστε είναι διαυγής και καθαρός αλλά με την πάροδο του χρόνου υφίσταται μια διαδικασία πάχυνσης και σκλήρυνσης με διαρκή εναπόθεση υλικού, που οδηγεί σε αυτό που ονομάζουμε καταρράκτης. Ο φακός αποκτά μια κίτρινη χροιά και επιτρέπει σταδιακά σε όλο και λιγότερο φως να περάσει και να φτάσει στον αμφιβληστροειδή. Η όραση σταδιακά γίνεται θαμπή και η χροιά των χρωμάτων αλλάζει. Η αλλαγή αυτή δε είναι στις περισσότερες περιπτώσεις τόσο αργή και σταδιακή που πολλές φορές ακόμη και σε προχωρημένες περιπτώσεις ο ασθενής μπορεί να μην αντιλαμβάνεται συμπτώματα. Για αυτό αλλά και για άλλους λόγους ο τακτικός ετήσιος οφθαλμολογικός έλεγχος είναι απαραίτητος μετά την ηλικία των 45 ετών και πιο συχνά προϊούσης της ηλικίας.

Όταν διαγνωσθεί η ύπαρξη καταρράκτη η αντιμετώπιση είναι χειρουργική. Παλαιότερες τεχνικές αφαίρεσης απαιτούσαν μεγάλες τομές με χρήση ραμμάτων, σημαντική παραμονή στο νοσοκομείο και σχετικά μεγάλη μετεγχειρητική περίοδο αποκατάστασης. Για αυτό το λόγο υπήρχε και η αντίληψη της αναμονής έως ότου ο καταρράκτης “ωριμάσει”, οπότε και η αφαίρεση δεν μπορούσε να καθυστερήσει περισσότερο χωρίς βαρύτατες συνέπειες για τον πάσχοντα οφθαλμό.

Η σύγχρονη αφαίρεση του καταρράκτη αντίθετα είναι μικροχειρουργική με χρήση μικροσκοπίου και λεπτότατων εργαλείων και τομών ελαχίστων χιλιοστών. Η χρήση αυτών των τομών και ειδικών τεχνικών καθιστά την χρήση ραμμάτων μη απαραίτητη και έχει μεταφέρει την αφαίρεση καταρράκτη στο χειρουργείο ημέρας. Η διάρκεια της επέμβασης έχει περιοριστεί στα 10-15 λεπτά και ο ασθενής μπορεί μετά το χειρουργείο να επιστρέψει στο σπίτι του και χρειάζεται μόνο να χρησιμοποιήσει οφθαλμικές σταγόνες για κάποιες μέρες. Η αποκατάσταση της όρασης δε είναι τόσο γρήγορη που ο χειρουργηθείς μπορεί να επιστρέψει στις καθημερινές του δραστηριότητες σε 2-3 ημέρες μετά το χειρουργείο. Η βελτίωση αυτή των τεχνικών και της μετεγχειρητικής αποκατάστασης μας έχει απομακρύνει από την έννοια του ώριμου καταρράκτη. Το αντίθετο μάλιστα. Η αφαίρεση του καταρράκτη σε πρωιμότερο στάδιο διευκολύνει την αφαίρεση και μειώνει την επιβάρυνση του οφθαλμού από το χειρουργείο.

Ένα επιπλέον πλεονέκτημα των σύγχρονων τεχνικών είναι ότι ταυτόχρονα με την αφαίρεση του θολού φακού του ματιού και την ένθεση νέου φακού μπορεί να αντιμετωπιστούν και επιπλέον προβλήματα του ματιού. Με χρήση ειδικών φακών για παράδειγμα μπορεί να διορθωθούν διαθλαστικά προβλήματα όπως η μυωπία, υπερμετρωπία και αστιγματισμός αλλά και η πρεσβυωπία ώστε ο ασθενής μετά το χειρουργείο κατά το δυνατόν να μην χρειάζεται γυαλιά τόσο για μακριά (οδήγηση, τηλεόραση, σινεμά) όσο και για το διάβασμα. Υπάρχει μάλιστα η δυνατότητα να προσαρμοστούν οι φακοί στις προσωπικές ανάγκες του κάθε ατόμου ανάλογα με τις δραστηριότητες και το επάγγελμα, ώστε να υπάρξει ένα εξατομικευμένο αποτέλεσμα με υψηλότατο βαθμό ικανοποίησης.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι η αφαίρεση του καταρράκτη είναι πλέον επέμβαση ρουτίνας. Κάθε οφθαλμός παρουσιάζει τις ιδιαιτερότητες του και επιπλέον απαιτείται συνεκτίμηση άλλων οφθαλμικών παθήσεων που ενδέχεται να συνυπάρχουν και να επηρεάσουν το αποτέλεσμα του χειρουργείου ή να απαιτήσουν ειδικές τεχνικές αφαίρεσης. Πολλές φορές δε απαιτείται εκτίμηση από περισσοτέρους του ενός ειδικών οφθαλμιάτρων αναλόγως της πολυπλοκότητας και των συνυπαρχουσών παθήσεων. Η λεπτομερής εξέταση επομένως σε εξειδικευμένο κέντρο και από καταρτισμένο χειρουργό είναι απαραίτητη ώστε να επιτευχθεί το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα από την αφαίρεση του καταρράκτη.

 

Dr. med. Ηλίας Παπανδρέου FEBO
Χειρουργός-Οφθαλμίατρος ΕΔΟΕΑΠ
Υπεύθυνος Τμήματος Χειρουργικής Υαλοειδούς-Αμφιβληστροειδούς
Οφθαλμολογικό Κέντρο Αθηνών