Μήπως έχεις δύσπνοια, βήχα με ή χωρίς φλέματα, λαχανιάζεις στο ανέβασμα σκάλας ή κουράζεσαι εύκολα, τότε σίγουρα πρέπει να αναρωτηθείς μήπως πάσχεις από ΧΑΠ ή αλλιώς χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια. Από αυτήν νοσούν 1 εκατομμύρια συμπολίτες μας αλλά πάνω από τους μισούς δεν το ξέρουν. Μη νομίζεις ότι η κατάσταση δεν χειροτερεύει από το κάπνισμα. Και θυμήσου τσιγαρόβηχας δεν υπάρχει. Είναι η νόσος κεκαλυμμένη. Αν είσαι ανεμβολίαστος έχεις διπλάσιο κίνδυνο να νοσηλευθείς με covid-19 και διπλάσιο κίνδυνο να χάσεις τη ζωή σου από την ίδια αιτία. Γι αυτό άκου τι σου λέει το σώμα σου και οι ειδικοί. Αυτή τη συνέντευξη την παραχωρούν οι συντονιστές της ομάδας εργασίας για τη Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια της Ελληνικής Πνευμονολογικής Ετιαρείας, Γεώργιος Χειλάς και Ανδριάνα Ι Παπαϊωάννου

Τι είναι η ΧΑΠ;

Η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) είναι ένα από τα συχνότερα νοσήματα στον πληθυσμό των ενηλίκων και αποτελεί σημαντική αιτία νοσηρότητας και την 3η αιτία θνητότητας παγκοσμίως. Είναι όμως μια νόσος που μπορεί να αντιμετωπιστεί και κυρίως να προληφθεί. Οι ασθενείς  με συμπτώματα από το αναπνευστικό με κύριο εκπρόσωπο τη δύσπνοια που επιδεινώνεται στην κόπωση ενώ συχνά υπάρχουν ο βήχας και η απόχρεμψη (φλέματα). Η αιτία των συμπτωμάτων αυτών είναι αλλαγές που συμβαίνουν στους πνεύμονες και οφείλονται σε φλεγμονή. Η ΧΑΠ σε προχωρημένα στάδια οδηγεί σε αναπηρία, ωστόσο είναι μια νόσος που μπορεί να προληφθεί και να αντιμετωπιστεί.

Ποιοι συνήθως προσβάλλονται;

Οι ασθενείς που προσβάλλονται είναι συνήθως άνω των 40 ετών και έχουν στο ιστορικό τους έκθεση σε τοξικούς εισπνεόμενους ρύπους. Ο κύριος βλαπτικός παράγοντας (ρύπος) στο δυτικό κόσμο είναι το κάπνισμα και οι περισσότεροι ασθενείς έχουν ιστορικό καπνίσματος τουλάχιστον ένα πακέτο τσιγάρων την ημέρα για πάνω από 10 έτη. Είναι γεγονός ωστόσο ότι και άλλοι ρύποι που μπορεί να σχετίζονται είτε με επαγγελματική έκθεση είτε με έκθεση σε καύση βιομάζας στο οικιακό περιβάλλον μπορεί να οδηγήσουν σε εμφάνιση Χρόνιας Αποφρακτικής Πνευμονοπάθειας, ωστόσο αυτές οι περιπτώσεις ασθενών με XAP είναι σπανιότερες συγκριτικά με τις περιπτώσεις στις οποίες ο αιτιολογικός παράγοντας είναι το κάπνισμα. Τέλος μια πολύ μικρή ομάδα ασθενών που εμφανίζουν μια μετάλλαξη σε ένα γονίδιο μιας πρωτεΐνης που ονομάζεται α1 αντιθρυψίνη, αναπτύσσουν ΧΑΠ σε νεαρή ηλικία συχνά με πολύ μικρό ιστορικό καπνίσματος.

Έχει κληρονομικότητα;

Τελευταία έχουν αναγνωριστεί 4 νέοι «γονιδιακοί τόποι» που έρχονται να προστεθούν στους ήδη 18 γνωστούς, που προδιαθέτουν στην εμφάνιση της νόσου. Φαίνεται λοιπόν να υπάρχει ένα είδος οικογενούς προδιάθεσης, που σημαίνει ότι αν ένα άτομο στο οικογενειακό περιβάλλον αναπτύξει τη νόσο τότε η πιθανότητα να προσβληθεί και ένα άτομο της ίδιας οικογένειας εφόσον εκτεθεί σε εισπνεόμενους ρύπους είναι αυξημένη. Επίσης όπως αναφέρθηκε παραπάνω μεταλλάξεις που αφορούν το γονίδιο που κωδικοποιεί την α1 αντιθρυψίνη αποτελούν αιτία της ΧΑΠ που κληρονομείται απολύτως αλλά αυτό αφορά μια ελάχιστη μειοψηφία ασθενών.

Ναι ή όχι στον εμβολιασμό;

Ο εμβολιασμός κατά της COVID-19 είναι επιβεβλημένος για όλους τους πολίτες και για όλες τις ηλικιακές ομάδες για να μπορέσει να αντιμετωπιστεί η πανδημία. Η ύπαρξη Χρόνιας Αποφρακτικής Πνευμονοπάθειας αποτελεί παράγοντα κινδύνου για σοβαρή νόσηση από COVID-19. Kι αυτό γιατί οι ασθενείς αυτοί έχουν εξ αρχής μειωμένες αναπνευστικές εφεδρείες ενώ φαίνεται ότι υπερεκφράζουν τους υποδοχείς μέσω των οποίων ο ιός εισέρχεται στα κύτταρα του αναπνευστικού. Οι ασθενείς με Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια εμφανίζουν πάνω από διπλάσιο κίνδυνο δυσμενούς έκβασης της λοίμωξης COVID-19, έχουν πολλαπλάσια πιθανότητα εισαγωγής στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας και σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο Θανάτου. Επομένως και για τους λόγους αυτούς ο εμβολιασμός είναι επιβεβλημένος για τους ασθενείς με ΧΑΠ.

Εκτός από την COVID-19 οι ασθενείς με ΧΑΠ θα πρέπει να εμβολιάζονται κάθε χρόνο για τη γρίπη ενώ θα πρέπει να εμβολιάζονται με βάση τα ισχύοντα εμβολιαστικά πρωτόκολλα για τον πνευμονιόκοκκο και για τον κοκκύτη γιατί όλα τα παθογόνα αυτά μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρή νόσηση με κακή έκβαση για τον ασθενή.

Πως αντιμετωπίζεται ο ασθενής που έχει ΧΑΠ και παράλληλα νοσεί με COVID-19;

Η αντιμετώπιση του ασθενούς με ΧΑΠ ο οποίος θα νοσήσει από COVID-19 δεν διαφέρει από την αντιμετώπιση των υπολοίπων ασθενών που θα νοσήσουν από COVID-19. Η αντιμετώπιση κάθε φορά έχει να κάνει με τη βαρύτητα της λοίμωξης COVID-19, και είναι υποστηρικτική θεραπεία και σε περίπτωση που ο ασθενής χρειαστεί νοσηλεία εφαρμογή των ισχυόντων θεραπευτικών πρωτοκόλλων. Το πρόβλημα με τους ασθενείς με ΧΑΠ είναι ωστόσο ότι είναι ασθενείς κατά κανόνα προχωρημένης ηλικίας, με συνοσηρότητες και με ήδη περιορισμένες αναπνευστικές εφεδρείες με αποτέλεσμα να βιώνουν βαρύτερα συμπτώματα και να απαιτούν πολύ ευκολότερα υψηλά μείγματα οξυγόνου ή/και μηχανική υποστήριξη της αναπνοής. Επιπλέον εκτός των συμπτωμάτων της COVID-19 ο ιατρός θα κληθεί να αντιμετωπίσει και μια πιθανή επιδείνωση των συμπτωμάτων της ΧΑΠ (παρόξυνση) η οποία και από μόνη της είναι επιβαρυντική για τον ασθενή και θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του.

Είναι απαγορευτική η άσκηση;

Η ικανότητα για άσκηση σε ασθενείς ΧΑΠ είναι μειωμένη κυρίως λόγω της δύσπνοιας. Η μειωμένη φυσική δραστηριότητα όμως έχει αρνητικές επιπτώσεις στην έκβαση της νόσου και σχετίζεται με κακή ποιότητα ζωής, περισσότερες παροξύνσεις και συχνότερες νοσηλείες.

Για τους παραπάνω λόγους η άσκηση όχι μόνο δεν απαγορεύεται στους ασθενείς με ΧΑΠ αλλά αποτελεί τον καλύτερο τρόπο ενδυνάμωσης και βελτίωσης της μυϊκής τους λειτουργίας οδηγώντας σε βελτίωση της ποιότητας ζωής ακόμη και χωρίς να υπάρχει βελτίωση της ίδιας της αναπνευστικής λειτουργίας. Η ενδυνάμωση των σκελετικών μυών μειώνει τις απαιτήσεις σε οξυγόνο και βελτιώνει σημαντικά το αίσθημα της δύσπνοιας. Τέλος η άσκηση έχει ευεργετικά αποτελέσματα στο καρδιαγγειακό σύστημα.

Είναι επομένως είναι πολύ σημαντικό ο ασθενής να κατανοήσει πλήρως τις αιτίες της μειωμένης φυσικής δραστηριότητας καθώς και τις επιπτώσεις που αυτή έχει στη συνολική του υγεία καθώς και να πειστεί ότι αν ακολουθήσει ένα πρόβλημα άσκησης θα καταστεί περισσότερο δραστήριος γεγονός που θα του προσφέρει πλεονεκτήματα σχετικά με την πορεία της νόσου του. Τα προγράμματα αυτά τα οποία ονομάζονται προγράμματα αποκατάστασης και παρέχονται από εξειδικευμένες ομάδες (ιατρών, εργοφυσιολόγων, φυσιοθεραπευτών, ψυχολόγων και διαιτολόγων) ουσιαστικά βοηθούν τον ασθενή να επιτύχει μυϊκή ενδυνάμωση και καλύτερη διαχείριση της αναπνοής του. Το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα ευεργετικό και οδηγεί σε βελτίωση των συμπτωμάτων, της ποιότητας ζωής και σε μείωση των παροξύνσεων της νόσου.

Ποια η διαφορά της ΧΑΠ από τη σταθερή στηθάγχη;

Η σταθερή στηθάγχη είναι ένα πολύ σοβαρό σύμπτωμα που αφορά το καρδιαγγειακό σύστημα και σχετίζεται συνήθως με αποφραγμένα αγγεία της καρδιάς (στεφανιαίες αρτηρίες). Συχνά οι ασθενείς με ΧΑΠ μπορεί να βιώνουν αντίστοιχο σύμπτωμα σφιξίματος στο στήθος κατά την κόπωση, η αιτία όμως των δύο περιπτώσεων είναι διαφορετική μια που στην περίπτωση της σταθερής στηθάγχης το πρόβλημα εντοπίζεται όπως είπαμε στην καρδιά ενώ στην περίπτωση της ΧΑΠ το πρόβλημα εντοπίζεται στους αποφραγμένους αεραγωγούς (στον πνεύμονα). Τα καρδιαγγειακά νοσήματα ωστόσο απαντώνται συχνά σε ασθενείς με ΧΑΠ επομένως σε κάθε ασθενή με συμπτωματολογία σφιξίματος στο στήθος θα πρέπει να πραγματοποιείται πλήρης καρδιολογικός έλεγχος αλλά να μην παραλείπεται και ο λειτουργικός έλεγχος της αναπνοής (σπιρομέτρηση) από κάποιον πνευμονολόγο.

Ποιες μπορεί να είναι οι συνοσηρότητες;

Η ΧΑΠ είναι μια νόσος που χαρακτηρίζεται από συστηματική φλεγμονή και για το λόγο αυτό κυρίως οι ασθενείς με ΧΑΠ εμφανίζουν και πολλές συνοσηρότητες. Τα συχνότερα συνυπάρχοντα νοσήματα σε ασθενείς με ΧΑΠ περιλαμβάνουν νοσήματα του καρδιαγγειακού συστήματος (στεφανιαία νόσος, αρτηριακή υπέρταση, αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, στενώσεις περιφερικών αγγείων), ενώ ιδιαιτέρως συχνά απαντάται στους ασθενείς σακχαρώδης διαβήτης, οστεοπόρωση, καχεξία, καθώς και νοσήματα της ψυχικής σφαίρας (αγχώδεις διαταραχές και κατάθλιψη). Τέλος, ο καρκίνος του πνεύμονα είναι συχνός στους ασθενείς με ΧΑΠ και για το λόγο αυτό οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται και απεικονιστικά (με ακτινογραφία ή αξονική τομογραφία). Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι οι συνοσηρότητες έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην έκβαση του ασθενούς και αυξάνουν πολύ τον κίνδυνο θανάτου.