Η ΔΕΠΥ (διεθνώς ADHD:  Attention Deficit Hyperactivity Disorder) είναι μια από τις συχνότερες νευροβιολογικές διαταραχές της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, καθώς εμφανίζεται στο 5-7% των παιδιών (αρκετές μελέτες δίνουν ένα ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό). Συνήθως αναγνωρίζεται όταν τα παιδιά πρωτοπάνε στο σχολείο λόγω των αυξημένων απαιτήσεων για συγκέντρωση και τήρηση κανόνων, μπορεί όμως να διαγνωστεί και σε άτομα κάθε ηλικίας.Η ΔΕΠΥ, αν και είναι από τις πλέον μελετημένες διαταραχές παγκοσμίως, αποτελεί ακόμα αμφιλεγόμενη διαγνωστική οντότητα. Συχνά τα συμπτώματα της μπορεί να διαφοροποιούνται δύσκολα από άλλα συναισθηματικά, συμπεριφορικά ή μαθησιακά προβλήματα, αυξάνοντας έτσι την πιθανότητα της υποδιάγνωσης ή της υπερδιάγνωσης.

Επιπλέον πολλοί ειδικοί σε αρκετές χώρες (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα) δεν έχουν επίσημη εκπαίδευση στην αξιολόγηση και αντιμετώπιση της ΔΕΠΥ, ιδιαίτερα σε ενήλικα άτομα.
Τα πυρηνικά χαρακτηριστικά της ΔΕΠΥ είναι η απροσεξία, η υπερκινητικότητα και η παρορμητικότητα, που εξελίσσονται και αλλάζουν μεγαλώνοντας. Ένα παιδί με ΔΕΠΥ συνήθως δεν μπορεί να συγκεντρωθεί, αποσπάται εύκολα από άσχετα ερεθίσματα, δεν δίνει σημασία στις λεπτομέρειες, σπάνια ακολουθεί σωστά τις οδηγίες, ξεχνά ή χάνει τα πράγματά του και είναι γενικά ανοργάνωτο. Επιπλέον μπορεί να κινείται συνεχώς άσκοπα και υπερβολικά για την ηλικία του, να σηκώνεται όταν δεν επιτρέπεται, να μην σκέπτεται πριν αντιδράσει, να δυσκολεύεται να περιμένει τη σειρά του, να μιλά πολύ, να μην ακολουθεί και να παρεμβαίνει στους άλλους. Σπάνια βέβαια σε ένα παιδί υπάρχουν έντονα όλα αυτά τα προβλήματα, συχνά υπάρχουν διαφοροποιήσεις στην ένταση των συμπτωμάτων και μάλιστα τέτοιες διακυμάνσεις  μπορεί να παρατηρούνται στο ίδιο παιδί κατά την διάρκεια της ημέρας, ακόμη και από ώρα σε ώρα.

Αυτά τα χαρακτηριστικά συμπτώματα, παρά τις δυσκολίες που προκαλούν στο σπίτι, στο σχολείο και στις κοινωνικές  συναναστροφές, συχνά υποτιμώνται γιατί θεωρούνται συνηθισμένα στην παιδική ηλικία ή άλλοτε αποδίδονται σε οικογενειακές και άλλες αιτίες που μπορεί να συνυπάρχουν. Όμως η ΔΕΠΥ περιπλέκεται καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν σε ποσοστό μεγαλύτερο από 70% με άλλα προβλήματα που έχουν σοβαρό αντίκτυπο στην προσαρμογή τους (χαμηλή σχολική επίδοση και ακαδημαϊκή εξέλιξη, προκλητική συμπεριφορά και επιθετικότητα, συναισθηματικές δυσκολίες). Επιπλέον τα παιδιά με ΔΕΠΥ έχουν συχνότερα και σοβαρότερα ατυχήματα σε σχέση με τα υπόλοιπα παιδιά με μοιραίες πολλές φορές συνέπειες. Υπάρχουν όμως επιπτώσεις και για όλη την οικογένειά  π.χ.  κακές σχέσεις μεταξύ των αδελφιών, προβλήματα ψυχικής και σωματικής υγείας των γονέων, οικονομική επιβάρυνση κλπ). Όλα αυτά γίνονται ακόμα πιο δύσκολα όταν συνυπάρχουν και άλλα προβλήματα, καθώς συνήθως η ΔΕΠΥ εμφανίζεται μαζί με πλήθος άλλων καταστάσεων που περιπλέκονται με την εξέλιξη και τη θεραπεία της. Τέτοιες  μπορεί να είναι οι ειδικές μαθησιακές διαταραχές (δυσλεξία, δυσορθογραφία, δυσαριθμησία), οι ειδικές αναπτυξιακές δυσκολίες (λόγου, συντονισμού των κινήσεων), οι διαταραχές συμπεριφοράς και συναισθήματος, οι διαταραχές με συμπτώματα τικς κ.ά.

Όπως συμβαίνει με αρκετά νοσήματα, η ακριβής αιτιολογία της ΔΕΠΥ δεν είναι γνωστή. Καθώς όλο και περισσότερο οι επιστήμονες βρίσκουν αποδείξεις ότι προέρχεται από βιολογικές αιτίες, μέχρι σήμερα ξέρουμε ότι είναι ως ένα βαθμό κληρονομική (το 76% των παιδιών με ΔΕΠΥ έχουν συνήθως ένα συγγενή με αυτή τη διαταραχή) και ότι ο εγκέφαλος των παιδιών με ΔΕΠΥ παρουσιάζει διαφορές από εκείνον των συνομηλίκων τους στη δομή, το μεταβολισμό και τη λειτουργία συγκεκριμένων περιοχών. Είναι μύθος ότι η ελλιπής γονική φροντίδα προκαλεί τη ΔΕΠΥ, όμως πληθώρα  οικογενειακών χαρακτηριστικών (πχ ασταθής δομή και δυσλειτουργία στην οικογένεια ή έλλειψη γονικού  ελέγχου) μπορεί να συμβάλλουν στην επιδείνωση της ΔΕΠΥ και στην εμφάνιση επιπλοκών στη συναισθηματική κατάσταση ή συμπεριφορά.

Η αντιπαράθεση σχετικά με την ύπαρξη της ΔΕΠΥ, τον τρόπο διάγνωσης και τις μεθόδους αντιμετώπισής της, έχει απασχολήσει διεθνώς τούς κλινικούς ειδικούς, τους εκπαιδευτικούς, τους γονείς, τα μέσα ενημέρωσης και τους υπεύθυνους για τις πολιτικές υγείας και παιδείας.  Στην πράξη η ΔΕΠΥ παραμένει συχνά αδιάγνωστη ή εσφαλμένα διαγνωσμένη ενώ, ακόμη και όταν γίνεται η σωστή διάγνωση, δεν εφαρμόζεται πάντοτε ένα ολοκληρωμένο μοντέλο συνδυασμού θεραπευτικών προσεγγίσεων που απαιτεί η αντιμετώπιση της.
Η τελική διάγνωση θα πρέπει να γίνεται από εξειδικευμένη παιδοψυχιατρική ομάδα σε συνεργασία με την οικογένεια και τους εκπαιδευτικούς για να εκτιμηθούν όλες οι παράμετροι συμπεριφοράς του παιδιού, οι ιδιαιτερότητες του περιβάλλοντος του και οι συνυπάρχουσες καταστάσεις που μπορεί να σχετίζονται ή να προκαλούνται από τη ΔΕΠΥ.

Για την αντιμετώπιση της ΔΕΠΥ χρειάζεται να εφαρμόζεται ένα πλήρες πρόγραμμα, εξατομικευμένο και μοναδικό για την κάθε περίπτωση, που να στοχεύει στην πολύπλευρη διαχείριση των δυσκολιών του παιδιού και του περιβάλλοντός του. Ένα τέτοιο πρόγραμμα αντιμετώπισης μπορεί να περιλαμβάνει συνδυασμό θεραπευτικών προσεγγίσεων που δρουν από κοινού υποστηρίζοντας η μια την άλλη (συνεδρίες ψυχοεκπαίδευσης γονέων και παιδιών, θεραπεία συμπεριφοράς, φαρμακευτική αντιμετώπιση, παρεμβάσεις αποκατάστασης των δυσκολιών στο σχολείο, οικογενειακή ή/και ατομική ψυχοθεραπεία).

Η επικοινωνία των ειδικών και των γονέων με τους δασκάλους του παιδιού αποτελεί απαραίτητο κομμάτι της διαγνωστικής εκτίμησης και της αντιμετώπισης και ο ρόλος του σχολείου θεωρείται τόσο σημαντικός όσο και της οικογένειας στην επιτυχία της κάθε παρέμβασης για την υποστήριξη του παιδιού με ΔΕΠΥ. Γονείς και εκπαιδευτικοί μπορούν να εργαστούν μαζί για να λύσουν προβλήματα και να σχεδιάσουν τρόπους να στηρίξουν τη μελέτη στο σπίτι και το σχολείο και στρατηγικές αντιμετώπισης της δύσκολης συμπεριφοράς. Η ανοιχτή επικοινωνία μεταξύ των γονέων και του προσωπικού του σχολείου μπορεί να γίνει το κλειδί για την επιτυχία του παιδιού.
Η σημασία των παραπάνω είναι πολύ μεγαλύτερη μετά τον πρόσφατο Ν. 3699/2008, που ορίζει ότι τα παιδιά και οι έφηβοι με ΔΕΠΥ είναι «μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες»

Σήμερα, η πλειονότητα της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας αποδέχεται την ΔΕΠΥ σαν πραγματική και ανεξάρτητη διαταραχή και η σχετική έρευνα εστιάζεται εντατικά στη βελτίωση της έγκυρης διάγνωσης και στην διευκρίνιση των βιολογικών και νευροψυχολογικών μηχανισμών που σχετίζονται με τις αιτίες της ΔΕΠΥ. Επιπλέον οι ειδικοί παγκοσμίως βελτιώνουν τα θεραπευτικά προγράμματα που στοχεύουν στην αποτελεσματική διαχείριση των συμπτωμάτων της ΔΕΠΥ σε κάθε πλαίσιο λειτουργίας του ατόμου, καθώς οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξεπερνούν τη ΔΕΠΥ μεγαλώνοντας και με μια ολοκληρωμένη θεραπευτική προσέγγιση μπορούν να μάθουν να προσαρμόζονται και να έχουν μια πλήρη, φυσιολογική και παραγωγική ζωή.

 

Τέρψη Κόρπα
Παιδοψυχίατρος
Πρόεδρος Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης ΔΕΠΥ

Υπεύθυνη για την ίδρυση – οργάνωση και λειτουργία του πρώτου στην Ελλάδα «Ειδικού Ιατρείου για τη Διάγνωση και Αντιμετώπιση των Διαταραχών Ελλειμματικής Προσοχής-Υπερκινητικότητας» και από το 2009 δημιούργησε και είναι υπεύθυνη της «Ομάδας Διαταραχών Προσοχής –Υπερκινητικότητας και Μάθησης» στο Νοσοκομείο Παίδων «Π&Α Κυριακού».
Έχει ιδρύσει την διεπιστημονική Ελληνική Εταιρεία Μελέτης της ΔΕΠΥ της οποίας είναι Πρόεδρος και είναι επίσης Επίτιμο Μέλος και Πρόεδρος της Επιστημονικής επιτροπής του ADHD HELLLAS -Πανελληνίου Σωματείου Ατόμων με ΔΕΠΥ.
Η επιστημονική της δραστηριότητα είναι κλινική, διδακτική, ερευνητική και οργανωτική – διοικητική και τα τελευταία χρόνια εστιάζεται κυρίως στη αξιολόγηση, αντιμετώπιση και μελέτη  της ΔΕΠΥ καθώς και στην ευαισθητοποίηση και εκπαίδευση άλλων επαγγελματιών, υπηρεσιών αλλά και της ευρύτερης κοινότητας στο αντικείμενο αυτό.
Επιπλέον έχει εξειδικευθεί στη Συστημική Θεραπεία Οικογένειας-Ζεύγους  Ζεύγους και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Κλινική Παιδοψυχιατρική Διαγνωστική Αξιολόγηση με ανάλογο εκπαιδευτικό – επιστημονικό έργο.
Έχει συμμετάσχει σε αρκετά εκπαιδευτικά σεμινάρια σε θέματα Παιδοψυχιατρικής, Ψυχοθεραπείας και Έρευνας στην Ελλάδα και το εξωτερικό καθώς και σε ερευνητικά προγράμματα, έχει δημοσιεύσεις σε διεθνή και ελληνικά περιοδικά και έχει συμβάλλει με ομιλίες και άλλες παρουσιάσεις σε πολλά Διεθνή και Ελληνικά συνέδρια και άλλες επιστημονικές ή κοινοτικές εκδηλώσεις.