Μελέτη που μόλις δημοσιεύτηκε επισημαίνει ότι ούτε ο Σακχαρώδης Διαβήτης (ΣΔ) ούτε η υπεργλυκαιμία φαίνεται να διαταράσσουν  την απάντηση του ανθρώπινου οργανισμού με  αντισώματα  στον ιό SARS-CoV-2 και υπογραμμίζει ότι ένα μελλοντικό εμβόλιο για τη λοίμωξη COVID-19  θα  είναι πιθανόν εξίσου αποτελεσματικό στα άτομα με διαβήτη όπως και στα άτομα χωρίς.

Η Καθηγήτρια της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Ασημίνα Μητράκου και η Ακαδημαϊκή Υπότροφος Παρασκευή Καζάκου, συνοψίζουν τα δεδομένα αυτής της μελέτης.

Στη μελέτη συμπεριελήφθησαν 509 ασθενείς  με πνευμονία  COVID-19 οι οποίοι προσήλθαν στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του τριτοβάθμιου  νοσοκομείου San Rafaele στο Μιλάνο  από 25 Φεβρουαρίου έως 19 Απριλίου 2020 και ακολούθως ήταν υπό κλινική παρακολούθηση. Από το σύνολο των ασθενών, 452(88,8%)   νοσηλεύτηκαν, 79 (15,5%) χρειάστηκαν εισαγωγή σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και 93 (18,3%) κατέληξαν.  17,7% των ασθενών (n=90) είχαν προϋπάρχοντα ΣΔ και 9,6% (n=49) είχαν νεοεμφανιζόμενο διαβήτη. Οι ασθενείς με ΣΔ ήταν μεγαλύτερης ηλικίας, είχαν υψηλότερο δείκτη μάζας σώματος  και ήταν πιο πιθανό να έχουν καρδιαγγειακές συννοσηρότητες, υπέρταση και χρόνια νεφρική νόσο. Επίσης, στη συγκεκριμένη μελέτη, όπως έχει ήδη αναφερθεί και σε προηγούμενες έρευνες, ο ΣΔ συσχετίστηκε με αυξημένα επίπεδα φλεγμονωδών δεικτών, λευκοκυττάρωση, ουδετεροπενία και υπερπηκτικότητα.

Η έρευνα έδειξε μετά από πολυπαραγοντική ανάλυση,  ότι η ρύθμιση του ΣΔ (ΗR:2.32, P=0.001), η μέση τιμή γλυκόζης νηστείας (P<0.001) και η διακύμανση της γλυκόζης (P=0.002) συσχετίστηκαν ανεξαρτήτως  με αυξημένη κίνδυνο θνησιμότητας και εισαγωγής σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ). Aκόμα και στους ασθενείς χωρίς διαβήτη βρέθηκε θετική συσχέτιση μεταξύ της μέσης τιμής γλυκόζης νηστείας και του κινδύνου θνησιμότητας και εισαγωγής σε ΜΕΘ  (P<0.001).

Όσον αφορά την ανοσολογική απάντηση, οι ερευνητές μελέτησαν  την παρουσία τριών τύπων αντισωμάτων έναντι των αντιγόνων του ιού SARS-CoV-2: τα αντισώματα IgG που είναι ένδειξη παλιάς λοίμωξης, τα αντισώματα ΙgM που υποδεικνύουν πρόσφατη ή ενεργό λοίμωξη και τα αντισώματα IgA τα οποία ενοχοποιούνται για τη βλεννογονική ανοσολογική απάντηση, πχ στο ρινικό βλεννογόνο,  απ΄ όπου ο ιός εισέρχεται στον οργανισμό.

Συγκεκριμένα, η ανοσολογική απάντηση  έναντι των  αντιγόνων του ιού SARS-CoV-2 στους διαβητικούς ασθενείς της μελέτης  (με προϋπάρχοντα και νεοδιαγνωσθέντα ΣΔ) ήταν παρούσα σε υπερθετικό βαθμό  όσον αφορά το χρόνο, τον τίτλο και τις κατηγορίες αντισωμάτων συγκριτικά με τους ασθενείς χωρίς ΣΔ, ενώ δεν φάνηκε να επηρεάζεται από τα επίπεδα γλυκόζης. Στους ασθενείς με πνευμονία COVID-19 o τίτλος των αντισωμάτων IgG αυξήθηκε από την 1η έως την 3η εβδομάδα και ακολούθησε σταθεροποίηση ή πολύ μικρή πτώση από την 4η εβδομάδα και μετά.

Είναι η πρώτη μελέτη όσον αφορά τη χημική ανοσολογική απάντηση έναντι του ιού SARS-CoV-2 σε ασθενείς με υπεργλυκαιμία. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, τα δεδομένα αυτά  υποδεικνύουν ότι ο υπεύθυνος παθοφυσιολογικός μηχανισμός για τη χειρότερη πρόγνωση των διαβητικών ασθενών με νόσο COVID-19 δεν σχετίζεται με την ανάπτυξη αντισωμάτων. Αντίθετα προχωρούν στην υπόθεση,  ότι η γλυκόζη αποτελεί ανεξάρτητο αρνητικό βιολογικό παράγοντα που δρα  ρυθμιστικά στην  ενδογενή ανοσία, δεδομένου  ότι τα αυξημένα επίπεδα γλυκόζης   είναι κακός προγνωστικός δείκτης ακόμα και σε μη διαβητικούς ασθενείς ενώ συγχρόνως  συσχετίζονται  με αυξημένα επίπεδα φλεγμονωδών δεικτών, λευκοκυττάρωση, ουδετεροπενία  και υπερπηκτικότητα .

Είναι γεγονός ότι η ανοσολογική απάντηση στο εμβόλιο για τη νόσο COVID-19  θα εκτιμηθεί όταν το εμβόλιο θα είναι διαθέσιμο. Παρ’ όλα αυτά, τα δεδομένα της μελέτης επιτρέπουν μια συγκρατημένη αισιοδοξία όσον αφορά την αποτελεσματικότητα του μελλοντικού εμβολίου έναντι του κορωνοϊου SARS-CoV-2 στα άτομα με διαβήτη.