Βάσει των δεδομένων μιας νέας μελέτης που παρουσιάστηκαν στο 6ο Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Οργάνωσης για την Έρευνα της Νόσου του Crohn και της Κολίτιδας, οι ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ελκώδη κολίτιδα (ΕΚ), που απέτυχαν να ανταποκριθούν στα κορτικοστεροειδή είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να επιτύχουν ελεύθερη στεροειδών ύφεση με θεραπεία με ινφλιξιμάμπη σε συνδυασμό με αζαθειοπρίνη (AZA) συγκριτικά με εκείνους που έλαβαν μία από τις δύο θεραπείες ως μονοθεραπεία .

 

Η μελέτη UC SUCCESS’ (Schering Ulcerative Colitis Comparative & Efficacy Safety Study) έδειξε επίσης ότι μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που υπεβλήθηκαν σε θεραπευτική στρατηγική βασισμένη στην ινφλιξιμάμπη πέτυχαν κλινική ανταπόκριση και επούλωση του βλεννογόνου συγκριτικά με εκείνους που έλαβαν μονοθεραπεία με αζαθειοπρίνη.

 

“Τα συγκεκριμένα δεδομένα δείχνουν ότι η εισαγωγή της ινφλιξιμάμπης στη θεραπευτική στρατηγική βελτίωσε τις κλινικές εκβάσεις στα άτομα που έπασχαν από μέτρια έως σοβαρή ελκώδη κολίτιδα και δεν ανταποκρίνονταν πλέον στα κορτικοστεροειδή,” ανέφερε ο Remo Panaccione, MD, FRCPC, διευθυντής της Κλινικής Φλεγμονωδών Νόσων του Εντέρου και επικεφαλής του Εκπαιδευτικού Προγράμματος Γαστρεντερολογίας στο Πανεπιστήμιο του Καλγκάρι στην Αλμπέρτα του Καναδά, και κύριος ερευνητής. “Τα εν λόγω ευρήματα είναι ενθαρρυντικά τόσο για τα άτομα που υποφέρουν από ΕΚ όσο και για τους κλινικούς ιατρούς που δραστηριοποιούνται στην έρευνα, διάγνωση και θεραπεία των φλεγμονωδών νόσων του εντέρου.”

 

“Η συγκεκριμένη μελέτη έδειξε ότι η θεραπεία με ινφλιξιμάμπη, ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με αζαθειοπρίνη, ήταν περισσότερο πιθανό να επάγει κλινική ανταπόκριση και επούλωση του βλεννογόνου σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ελκώδη κολίτιδα συγκριτικά με τη μονοθεραπεία με αζαθειοπρίνη», ανέφερε ο Paul Rutgeerts MD, PhD, FRCP, επικεφαλής της κλινικής και ερευνητικής ομάδας Ιδιοπαθών Φλεμονωδών Νόσων του Εντέρου (ΙΦΝΕ) στο Πανεπιστήμιο του Leuven στο Βέλγιο, και ερευνητής της μελέτης.

Σχετικά με την Ελκώδη Κολίτιδα

Η ελκώδης κολίτιδα είναι μια χρόνια φλεγμονώδης νόσος του εντέρου που προσβάλλει περισσότερα από 700.000 άτομα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Χαρακτηρίζεται από φλεγμονή και εξέλκωση (δημιουργία ελκών) του βλεννογόνου (της εσωτερικής επένδυσης/επιθηλίου) του παχέος εντέρου, οι οποίες προκαλούν αιματηρές κενώσεις, σοβαρή διάρροια και συχνό κοιλιακό άλγος. Μικροσκοπικές ανοιχτές πληγές, ή έλκη, σχηματίζονται στην επιφάνεια του βλεννογόνου, όπου αιμορραγούν και παράγουν πύο και βλέννα. Επειδή η φλεγμονή προκαλεί τη συχνή εκκένωση του παχέος εντέρου, τα συμπτώματα περιλαμβάνουν συνήθως διάρροια (συχνά αιματηρή) και έντονο κοιλιακό άλγος, που συχνά οδηγεί σε απώλεια βάρους, αναιμία και μια σειρά από δευτερεύουσες επιπλοκές. Όταν οι συμβατικές θεραπείες αποτυγχάνουν να ελέγξουν τα συμπτώματα της νόσου, εκτιμάται ότι έως και 30 επί τοις εκατό των ασθενών με ΕΚ θα υποβληθούν σε κολεκτομή, η οποία είναι χειρουργική αφαίρεση μέρους ή όλου του παχέος εντέρου.

 

 

Σχετικά με την ινφλιξιμάμπη

Η ινφλιξιμάμπη είναι ένα μονοκλωνικό αντίσωμα που στοχεύει ειδικά τον παράγοντα νέκρωσης όγκων-άλφα (TNF-α), o οποίος έχει αποδειχθεί ότι διαδραματίζει κάποιο ρόλο στη νόσο του Crohn (ΝC), τη ρευματοειδή αρθρίτιδα (ΡΑ), την αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα (ΑΣ) την ψωριασική αρθρίτιδα (ΨΑ), την ελκώδη κολίτιδα (ΕΚ), την παιδιατρική νόσο του Crohn (πΝC),  και την ψωρίαση (Ψ). Η ινφλιξιμάμπη κατέχει ηγετική θέση στην παγκόσμια αγορά μεταξύ των αντι-TNF-άλφα θεραπειών και ήταν ο πρώτος παράγοντας που εγκρίθηκε για τη θεραπεία τόσο της ΡΑ όσο και της νόσου του Crohn στη Βόρεια Αμερική, την ΕΕ και την Ιαπωνία. Επιπρόσθετα, η ινφλιξιμάμπη ήταν ο πρώτος αντι-TNF παράγοντας που εγκρίθηκε στην Ευρώπη σε τρία διαφορετικά θεραπευτικά πεδία: γαστρεντερολογία, ρευματολογία και δερματολογία.  Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της ινφλιξιμάμπης έχουν τεκμηριωθεί επαρκώς σε κλινικές μελέτες κατά τη διάρκεια των προγενέστερων 16 ετών.