Αρχική Ψυχολόγος Σχέση στοργής η Σχέση οργής; Ενας οδηγός για την σχέση του ζευγαριού

Σχέση στοργής η Σχέση οργής; Ενας οδηγός για την σχέση του ζευγαριού

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Γιατί η συναισθηματική, ωριμότητα είναι σημαντικότερη από τον έρωτα;

 Κάθε σχέση είναι μοναδική. Έχει τη δική της ξεχωριστή ποιότητα και το δικό της χρώμα. Πέρα όμως από τις ιδιαιτερότητες κάθε ζευγαριού, υπάρχουν κάποια χαρακτηριστικά που ομαδοποιούν τις σχέσεις σε δυο μεγάλες κατηγορίες. Στην καθημερινή μας συναλλαγή τις χαρακτηρίζουμε πετυχημένες ή αποτυχημένες και μιλάμε για καλούς ή κακούς γόμους, για ευτυχισμένα ή δυστυχισμένα ζευγάρια. Σε αυτό το βιβλίο θα τις ονομάσουμε στοργικές και θυμωμένες, χαρούμενες και λυπημένες, κερδισμένες και χαμένες σχέσεις.

Κάποιοι φίλοι με ρώτησαν γιατί χρησιμοποίησα στο εξώφυλλο τον όρο «στοργή» και όχι τον όρο «αγάπη».

Απαντώ πως εμείς οι άνθρωποι μπορούμε να αγαπάμε και με το ανώριμο κομμάτι του εαυτού μας. Έτσι, η λέξη αγάπη χρησιμοποιείται για πολλές και διαφορετικές καταστάσεις: από την υποταγή και την εξάρτηση μέχρι την υπερπροστασία και την κυριαρχία. Η στοργή όμως κάποιου για τον/τη σύντροφό του είναι μια μορφή αγάπης που συμπεριλαμβάνει όχι μόνο την τρυφερότητα, αλλά και την ψυχική δύναμη, όχι μόνο τη φροντίδα, αλλά και τη συναισθηματική ωριμότητα και την ψυχική ανωτερότητα.

Στοργή μπορεί να νιώσει μόνο ο σύντροφος που «πατά στα πόδια του», που μπορεί να μπαίνει στη θέση του άλλου και να υπερβαίνει τα δικά του θέλω, όταν η περίσταση το καλεί κι αυτό όχι από φόβο μην τον χάσει ή υπολογισμό, αλλά από αγάπη. Στοργή για τον σύντροφο του δεν μπορεί να νιώσει ο συμπλεγματικός, ο ανασφαλής και ο κυριαρχικός σύντροφος.

Μια στοργική σχέση είναι ζωντανή. Είναι ένα διαρκές εργαστήρι αγάπης και εξέλιξης, όπου καθένας μπορεί να είναι ο εαυτός του και να εξελίσσεται, χωρίς να χρειάζεται να αποδεικνύει συνεχώς την αξία του. Μια σχέση στοργής, ενώ είναι δυνατή, τη νιώθεις σαν το πέρασμα του χεριού σου πάνω σε βελούδο, σαν το απαλό περπάτημα πάνω στη φρέσκια χλόη του Μάη και αυτό όχι γιατί είναι όλα ροζ. Σε μια σχέση στοργής υπάρχει, κατά καιρούς, και θυμός και ένταση.

Όμως, αυτά δεν είναι η μόνιμη κατάσταση. Προκύπτουν από ένα πραγματικό γεγονός και όχι από αρνητικές σκέψεις, από ανταγωνισμό και προκατάληψη του ενός για τον άλλον. Χρησιμεύουν για να λύσουν ένα πρόβλημα και να ισιώσουν το μαξιλάρι της αγάπης, όπου αυτό στραβώνει μέσα στην καθημερινή τριβή.

Τη «θυμωμένη» σχέση τη νιώθω σαν ένα χειμωνιάτικο τοπίο, που το ξέ- χασε η Άνοιξη, σαν μια γκρίζα πολιτεία που έχει μάθει να ζει στην καταχνιά. Αυτή η σχέση μπορεί να μοιάζει με αφρισμένη θάλασσα, μα μπορεί και με σιωπηλό βάλτο. Ο θυμός έχει και τη σιωπηρή του εκδοχή, που συχνά κρύβεται πίσω από μια καθωσπρέπει ρουτίνα. Μια θυμωμένη σχέση είναι μια διαταραγμένη σχέση σε όλα τα επίπεδα, γιατί ο θυμός εισχωρεί παντού, σαν την υγρασία και διαποτίζει διαβρώνοντας κάθε πτυχή της ζωής του ζευγαριού.

Στις διαταραγμένες σχέσεις κυριαρχούν ο ρόλος του θύματος και του θύτη και το συναίσθημα του θυμού: «Δεν με αγαπά, δεν με σέβεται, έπρεπε να κάνει εκείνο, είμαι το θύμα…». Στις θυμωμένες σχέσεις κανένας δεν είναι ευχαριστημένος. Στις σχέσεις αυτές τα συναισθήματα καταπνίγονται ή εκφράζονται με υπερβολή κατακλύζοντας τα πάντα, χωρίς να επιτρέπουν τη συναισθηματική συναλλαγή.

Καθένας, όντας ανικανοποίητος, εστιάζει μόνο στις αρνητικές συμπεριφορές του άλλου και του είναι αδύνατον να απεγκλωβιστεί από την ανάγκη του να δικαιωθεί. Μέσα σε μια θυμωμένη σχέση, κανείς δεν μπορεί να είναι ο εαυτός του, γι’αυτό και η σχέση αυτή είναι ένα εργαστήρι όπου αναπαράγεται συνεχώς ο θυμός και η ανωριμότητα. Οι θυμωμένες σχέσεις είναι «άρρωστες» σχέσεις, και χρειάζεται να θεραπευτούν.

Μπορεί οι σχέσεις να είναι στοργικές και συνάμα διαταραγμένες;

Στο σημείο αυτό γεννιέται το ερώτημα: Γιατί κάποια ζευγάρια κερδίζουν στην αγάπη και άλλα όχι;

Ας προχωρήσουμε στο θέμα.

Τι είναι αυτό που κάνει τη διαφορά;

Γιατί κάποιες σχέσεις πετυχαίνουν κι άλλες όχι; Πώς γίνεται να βλέπεις όμορφους, έξυπνους και μορφωμένους νέους να αποτυγχάνουν μονίμως στην προσωπική τους ζωή και άλλους χωρίς όλα αυτά τα προσόντα να δημιουργούν σταθερές, δυνατές και στοργικές σχέσεις; Ποιο είναι αυτό το χάρισμα που έχουν όσοι ευτυχούν και ποιο το κουσούρι όσων δεν τα καταφέρνουν στην αγάπη;

Πολλές απαντήσεις έχουν δοθεί μέχρι σήμερα, οι οποίες, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μιλούν για τον καλό ή κακό χαρακτήρα και για τη συμφωνία ή την ασυμφωνία του ζευγαριού. Αλλά τι σημαίνει «καλός» και «κακός χαρακτήρας» για δυο νέους που αγαπιούνται και θέλουν να είναι μαζί, και όμως οι συμπεριφορές τους, τούς βάζουν εμπόδια;

Τι σημαίνει το «έχεις κακό χαρακτήρα» για κάποιον που ζηλεύει και υποφέρει και βασανίζει και τον άλλον; Τον βοηθάει αυτή η διαπίστωση να διορθωθεί; Καθόλου. Το αντίθετο μάλιστα. Τον βάζει σε θέση άμυνας και αντεπίθεσης.

Εκείνο που θα μπορούσε να βοηθήσει ένα ζευγάρι δεν είναι οι διαπιστώσεις και οι χαρακτηρισμοί. Είναι μια κοινή γλώσσα, που να μην πληγώνει, που να μην βάζει ταμπέλες, που να τους κάνει κατανοητή την πηγή της «καλής» ή «κακής» συμπεριφοράς τους και τον τρόπο να τη διορθώσουν, αν χρειάζεται να το κάνουν.

Αυτή τη δυνατότητα μας τη δίνει η θεωρία της Συναλλακτικής Ανάλυσης, η οποία χρησιμοποιεί έναν παραστατικό τρόπο, για να περιγράφει την ανθρώπινη προσωπικότητα και συμπεριφορά.

Είναι το γνωστό μοντέλο της τριπλής κατάστασης του ΕΓΩ, που μας βοηθά να κατανοήσουμε τον τρόπο που λειτουργούμε και εκφράζουμε τον εαυτό μας μέσα στην καθημερινότητα. Η κεντρική ιδέα του βιβλίου βασίζεται πάνω στο μοντέλο αυτό.

Σχέση στοργής ή σχέση οργής;

ΤΑ ΤΡΙΑ ΜΑΣ ΠΡΟΣΩΠΑ (ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΓΩ)

Μέσα στην (δια μέρα, και ακόμη στην (δια συζήτηση, μπορεί το ίδιο άτομο να ενθουσιάζεται, να πεισμώνει και να παραφέρεται σαν παιδί, να καθοδηγεί, να προστατεύει και να κρίνει, σαν γονέας, να συζητά νηφάλια, να βρίσκει λύσεις και να δείχνει κατανόηση, σαν ενήλικος. Αυτό συμβαίνει, γιατί κάθε άνθρωπος, ανεξάρτητα από το φύλο, την καταγωγή, τη μόρφωση και την ηλικία του, λειτουργεί μέσα από τρεις καταστάσεις του εαυτού του. Καθεμιά από τις καταστάσεις αυτές είναι ένα σύνολο από σκέψεις, συναισθήματα και συμπεριφορές μέσα του, που ονομάζονται, στη θεωρία της Συναλλακτικής ανάλυσης, «γονέας», «ενήλικος», «παιδί». Αυτές οι τρεις εσωτερικές πλευρές του εαυτού μας καθορίζουν και τον χαρακτήρα μας, ανάλογα με το πόσο ισορροπημένες είναι μεταξύ τους και πόσο καθεμιά επηρεάζει τη συμπεριφορά μας.

Ένα παράδειγμα:

Συζήτηση μεταξύ συζύγων (Γιώργος – Μαίρη)

Μ. – Πόσες φορές σου έχω πει να μην πιτσιλάς τον κα- θρέπτη όταν πλένεσαι. Εσύ το βιολί σου… (γονέας).

Γ. – Πάλι εγώ φταίω; Όλα τα στραβά εδώ μέσα τα κάνω εγώ; (παιδί).

Μ. – Όχι Γιώργο, δεν έχω άλλο παράπονο. Το βλέπω ότι είμαι επίμονη, αλλά αυτό δεν μπορώ να το αλλάξω. Μου αρέσει τόσο πολύ να είναι καθαρός ο καθρέπτης και δεν θέλω να τρέχω πίσω σου κάθε φορά που πλένεσαι (ενήλικος).

Γ. – Εντάξει, από τη μεριά σου έχεις δίκιο. Είμαι κι εγώ απρόσεχτος. Θα προσπαθήσω (ενήλικος).

Μ. – Τι λες, πάμε για μια μπύρα; (με ενθουσιασμό και χαρούμενη διάθεση παιδιού).

Γ. – Ναι!! Ναι!! (με ενθουσιασμό παιδιού).

Ας δούμε τα χαρακτηριστικά των τριών καταστάσεων του εαυτού μας, που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα μας, την καθημερινότη- τά μας και τη σχέση μας.

Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΓΩ

Πολύς λόγος γίνεται για το «παιδί» που υπάρχει μέσα μας. Πολλές φορές χαρακτηρίζουμε τον άλλον ή τον εαυτό μας «παιδί», θεωρώντας ότι αυτό είναι χαριτωμένο. Και πράγματι είναι, αλλά όχι πάντα. Το «παιδί» που έχει καθένας μέσα του μπορεί να είναι το φυσικό, το χαρούμενο, το καλοπροαίρετο και ευπροσάρμοστο παιδί, αλλά μπορεί να είναι και το υπερπροσαρμοσμένο, το άβουλο, το ανασφαλές, το απαιτητικό και πεισματάρικο.

 Το μέσα μας φυσικό παιδί

Το «φυσικό παιδί» μέσα μας είναι η πλευρά αυτή του εαυτού μας που μας κάνει καλοπροαίρετους, συνεργάσιμους και απαλλαγμένους από καχυποψίες για τους άλλους. Στο φυσικό παιδί οφείλεται το ότι είμαστε αυθόρμητοι και ανεπιτήδευτοι, περίεργοι για όλα τα θέματα της ζωής, συνειδητοί, ελεύθεροι από φόβους, χαρούμενοι και δημιουργικοί. Κάθε φορά που ενθουσιαζόμαστε με το καινούργιο, που γελάμε χωρίς αναστολές, που αγαπάμε με όλη μας την καρδιά, που συγχωρούμε εύκολα και που εκδηλώνουμε άμεσα την αγάπη μας, είναι το φυσικό μας παιδί που εκφράζεται.

Το σενάριο της ζωής του φυσικού παιδιού είναι ο προσανατολισμός στη χαρά, στην αγάπη και στη δημιουργικότητα.

 Το μέσα μας ανασφαλές παιδί

Στα πρώιμα χρόνια της ζωής η νόηση δεν είναι ανεπτυγμένη. Το παι- δί/βρέφος-νήπιο δεν έχει τη δυνατότητα να καταλάβει τι συμβαίνει στο περιβάλλον του. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να καταλάβει πως οι γονείς του έχουν άγχος, επειδή αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα ούτε κατανοεί ότι οι γονείς του είναι θυμωμένοι, γιατί δεν τα πάνε καλά. Το βρέφος και το νήπιο δεν έχει ανεπτυγμένες τις νοητικές του λειτουργίες, για να μπορεί να επεξεργάζεται με λογικές διεργασίες τη γύρω του πραγματικότητα.

Μόνο να νιώθει μπορεί, μόνο να αισθάνεται και να καταγράφει τα συναισθήματα που βιώνει, καθώς αγωνίζεται να προσαρμοστεί στο περιβάλλον του. Ό,τι μαθαίνει στην πρώιμη ηλικία το μαθαίνει όχι νοητικά, αλλά βιωματικά. Γι’ αυτό η όποια εμπειρία από τα χρόνια αυτά είναι καταγεγραμμένη με έντονα συναισθήματα και όχι με σκέψεις.

Το «παιδί», λοιπόν, που κουβαλάμε μέσα μας είναι το σύνολο των βιωμάτων που καταγράψαμε στα πρώιμα χρόνια της ζωής μας, τότε που προσπαθούσαμε να τα βγάλουμε πέρα με ένα περιβάλλον που είχε μεν αγάπη, αλλά είχε και ένταση και θυμό και ίσως παραμέληση, απόρριψη ή υπερπροστασία. Είναι το παιδί που ήμασταν κάποτε και που προσαρμόστηκε τόσο πολύ στις επιταγές του περιβάλλοντος, που έχασε τη φυσικότητά του ή που επαναστάτησε με υπερβολή.

Είναι η πλευρά του εαυτού μας που μας κάνει να αισθανόμαστε ότι πάντα κάτι δεν μας πάει καλά, κάτι μας λείπει, πως είμαστε κατώτεροι ή αδικημένοι.

Είναι το υπερπροστατευμένο μέσα μας «παιδί», που έμαθε μόνο να το φροντίζουν άλλοι, και τώρα, αν και ενήλικος, απαιτεί να γίνεται πάντα το δικό του. Είναι αυτό που μας σπρώχνει να αγνοούμε τις ανάγκες και τα «θέλω» του συντρόφου μας και να επιμένουμε στα δικά μας. Λειτουργώντας με το απαιτητικό μέσα μας παιδί πεισμώνουμε, μουτρώνουμε, «κολλάμε» σε καταστάσεις ή επιμένουμε πως έχουμε δίκιο, κι ας μην έχουμε, πως δεν φταίμε και πως φταίνε πάντα οι άλλοι. Χαρακτηριστικά συναισθήματα αυτής της πλευράς του εαυτού μας είναι ο θυμός, το πείσμα, το καπρίτσιο, η παραφορά, η εκδικητικότητα.

Κάθε φορά που λειτουργούμε με το εσωτερικό μας παιδί νιώθουμε ότι κάτι μας φταίει, αλλά δεν παίρνουμε την ευθύνη να αλλάξουμε τη ζωή μας. Βιώνουμε κάθε απογοήτευση σαν συμφορά και πιστεύουμε πως είμαστε θύματα των άλλων ή της ζωής. Έτσι, αισθανόμαστε ανικανοποίητοι, ανήσυχοι, θυμωμένοι. Επειδή έχουμε μόνιμα στραμμένο το ενδιαφέρον μας στα προβλήματα μας, στα «θέλω» και στις ανάγκες μας, δεν είμαστε σε θέση να συναισθανθούμε τους άλλους.

Το σενάριο του «παιδιού» είναι το σενάριο του θύματος, το σενάριο του «ο καλός καλό δεν έχει», αυτού που, ενώ είναι καλός, είναι μονί- μως «ο χαμένος». Πίσω από τη στάση και το σενάριο αυτό βρίσκεται η πεποίθηση πως «δεν με αγαπούν, δεν είμαι αρκετός, δεν μπορώ, δεν αρέσω, δεν είμαι άξιος». Πάντα οι άλλοι θεωρούνται καλύτεροι, ομορφότεροι, εξυπνότεροι, ικανότεροι.

Το επακόλουθο της στάσης αυτής είναι να προσπαθούμε να δείχνουμε διαφορετικοί από ό,τι είμαστε. Με τέτοιο σενάριο ζωής, που μας γεμίζει ανασφάλεια, ζήλεια, και θυμό, συναντάμε πολλά εμπόδια για να μπορέσουμε, (αν μπορέσουμε), να γευτούμε τη συντροφικότητα και τη στοργή.

 Η ΓΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΓΩ

Εκτός από το «παιδί» κουβαλάμε και έναν «γονέα» μέσα μας. Ο εσωτερικός γονέας είναι η πλευρά του εαυτού μας που ξέρει πώς πρέπει να γίνουν τα πράγματα. Μεταφέρει τη γνώση, τις αξίες και τα ιδανικά που κατευθύνουν τη ζωή μας. Είναι η φωνή μέσα μας που μας υπαγορεύει τι να κάνουμε και πώς να το κάνουμε και που μας μαλώνει, αν αποκλίνουμε από αυτό που διδαχτήκαμε για σωστό.

Ο εσωτερικός μας γονέας δεν κατευθύνει μόνον εμάς. Το ίδιο κάνει και για τον σύντροφό μας: Θέλει να του επιβάλει τη δική του γνώμη, το δικό του συναίσθημα, τη δική του αλήθεια.

Ο «γονέας» εντυπώθηκε  μέσα μας στα πρώιμα χρόνια της ζωής μας, πριν πάμε στο σχολείο. Καθώς παρατηρούσαμε και βιώναμε την οικογενειακή ζωή, καταγράφαμε, σαν σε αόρατη κασέτα, λόγια, συναισθήματα και συμπεριφορές, όλα όσα οι γονείς μας (και όσοι είχαν γονικό ρόλο) έλεγαν, αισθάνονταν και έκαναν. Από όλο αυτό το υλικό αντλούμε πληροφορίες για το τι πρέπει να κάνουμε στη ζωή μας. Η γνώση αυτή είναι πολύ χρήσιμη όσον αφορά στην επιβίωσή μας.

Όταν πρόκειται όμως για τη σχέση μας, ο εσωτερικός γονέας δημιουργεί εμπόδια. Επιμένει να μείνουμε σε ό,τι διδαχτήκαμε στα παιδικά μας χρόνια και να το επιβάλουμε και στον σύντροφό μας, ανεξάρτητα από το αν αυτό ταιριάζει ή όχι στην προσωπικότητά του, στις συνθήκες της τωρινής μας ζωής και της σχέσης μας.

Είναι αυτή η πλευρά του εαυτού μας που μας κάνει να εστιάζουμε στο λάθος, στην έλλειψη, στην αδυναμία του άλλου και να θέλουμε να τον διορθώνουμε, γιατί νιώθουμε ενόχληση και ανησυχία, αν τα πράγματα δεν γίνονται όπως εμείς νομίζουμε πως πρέπει να γίνουν. Δεν έχουμε ευελιξία σκέψης, και δεν μπορούμε να δεχτούμε νέα δεδομένα, πέρα από αυτά που έχουμε στο κεφάλι μας. Συνήθως κάθε ιδέα και κάθε πράξη διαφορετική από αυτή που εμείς θεωρούμε σωστή, παίρνει μέσα μας διαστάσεις «απειλής» και μας δημιουργεί άγχος.

 

Από το «μη βλέπεις πολλή τηλεόραση» μέχρι το «οι άντρες δεν κάνουν δουλειές του σπιτιού» είναι γνώσεις-παρεμβάσειςτου εσωτερικού μας γονέα.

 

Ο «γονέας» είναι η πλευρά του εαυτού μας που μας κάνει να θέλουμε να έχουμε πάντα τον πρώτο λόγο, να κρίνουμε τους πάντες και να πιέζουμε τον σύντροφό μας, χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Ο μέσα μας γονέας είναι «παντογνώστης», κατευθυντικός και επικριτικός.

Χαρακτηριστικά συναισθήματα του εσωτερικού γονέα είναι η ανησυχία, η απογοήτευση, η ματαίωση, ο θυμός.

Το σενάριο της ζωής του «γονέα» είναι να ζητά να επιβάλλει τη δική του αλήθεια, να επιμένει στη δικαίωση και όχι στην ευτυχία και να μένει στο τέλος μόνος και θυμωμένος.

Είναι η στάση της καχυποψίας, της άμυνας, της επίθεσης, της απογοήτευσης και του θυμού.

Το επακόλουθο από τη στάση αυτή είναι πως συναντά κανείς πολλά εμπόδια για να μπορέσει, (αν μπορέσει), να γευτεί τη συντροφική αγάπη, γιατί δεν επιτρέπει στον εαυτό του να χαλαρώσει, να εμπιστευτεί τον σύντροφο του και να αφεθεί στη σχέση, στη ζωή, στον έρωτα. Όλα τα μολύνει η ανησυχία, η καχυποψία, η απογοήτευση και ο θυμός.

Και τα δυο αυτά σενάρια ζωής, και του «γονέα» και του «παιδιού», μπορούν να σκηνοθετηθούν με χίλιους δυο τρόπους, αλλά η κατάληξη είναι μία: η αποτυχία στις σχέσεις, η πίκρα και η μοναξιά.

 Η ΕΝΗΛΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΓΩ

«Ο ενήλικός είναι η φωτεινή πλευρά του εαυτού μας»

Ο «ενήλικος» μας, ενώ έχει τον ενθουσιασμό του παιδιού, δεν είναι παρορμητικός. Ενώ διαθέτει όλη τη γνώση του γονέα, δεν κρίνει, δεν επικρίνει, δεν επιβάλλεται. Ενώ είναι στοργικός, δεν υπερπροστατεύει ούτε εξαρτιέται. Ενώ υποχωρεί, δεν διστάζει να πει «όχι» και να βάλει όρια σε παιδιάστικες, κυριαρχικές και επιβλαβείς συμπεριφορές.

Ο εσωτερικός ενήλικος του καθενός μας είναι η καλύτερη εκδοχή του εαυτού του, γιατί συνδυάζει τα στοιχεία του φυσικού παιδιού και του στοργικού γονέα. Είναι ο εσωτερικός μας ενήλικος που μας κάνει να πατάμε γερά στα πόδια μας, να είμαστε προσανατολισμένοι στη ζωή και στο τώρα, και όχι στο «εγώ» μας και στο παρελθόν.

 

Είναι ο «ενήλικος» που μας κάνει να εστιάζουμε στα θετικά του άλλου, και να θεωρούμε τις ατέλειες ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Ο «ενήλικος» του καθενός είναι αυτός που τον κάνει να βρίσκει λύσεις στα προβλήματα, να είναι συνεργάσιμος, συγχωρητικός και στοργικός, ικανός να ενθουσιάζεται και να απολαμβάνει πρόσωπα, σχέσεις και καταστάσεις στη ζωή του. Είναι αυτό το μέρος του εαυτού μας, που βάζει φρένο στις υπερβολές του «παιδιού» και του «γονέα», επεξεργάζεται τα δεδομένα της καθημερινότητας, τα σταθμίζει και παίρνει αποφάσεις.

 

Το σενάριο του «ενήλικου» δεν έχει ούτε θύματα ούτε κυρίαρχους. Έχει συντρόφους με ισοτιμία, πρωτοβουλία, ευθύνη, λογική. Είναι το σενάριο των ανθρώπων που ξέρουν να αγαπούν, να χαίρονται και να κερδίζουν.

 

Αναφέρει σχετικά ο Άλφρεντ Άντλερ, στο βιβλίο του «Το νόημα της ζωής»: «…Για τον άνθρωπο αυτό μπορούμε να συμπεράνουμε ότι αισθάνεται τη ζωή σαν ένα δημιουργικό έργο που προσφέρει πολλές ευκαιρίες και καμιά οριστική ή αδιόρθωτη ήττα. Το θάρρος του στην αντιμετώπιση όλων των προβλημάτων της ζωής πρέπει να ερμηνευτεί σαν μια απόφαση που σημαίνει: Ζωή είναι να ενδιαφέρομαι για τους συνανθρώπους μου να είμαι μέρος του όλου, να προσφέρω το μερίδιό μου στην ευημερία της ανθρωπότητας».

 

Συμπέρασμα

Να, λοιπόν, τι είναι αυτό που κάνει τη διαφορά ανάμεσα στις στοργικές και στις θυμωμένες σχέσεις.

Να, γιατί κάποιοι πετυχαίνουν και άλλοι όχι. Είναι το μέσα τους παιδί, ο μέσα τους γονέας και ο «ενήλικος» τους που καθορίζουν αν θα πετύχουν ή θα αποτύχουν. Είναι ολοφάνερο πως τα ζευγάρια που συναλλάσσονται με το μέσα τους παιδί και τον εσωτερικό τους γονέα εκτελούν στη ζωή τους σενάρια αποτυχίας και δημιουργούν σχέσεις θυμού. Απεναντίας, οι σύντροφοι που επικοινωνούν με τον ενήλικο εαυτό τους, αυτοί είναι που δημιουργούν και απολαμβάνουν στοργικές, δυνατές σχέσεις αγάπης.

Βεβαίως, ελάχιστοι άνθρωποι λειτουργούν αποκλειστικά με το «παιδί», τον «γονέα» ή τον «ενήλικο» τους. Αυτό που κάνει τη διαφορά είναι το πόσο συχνά και σε ποια έκταση το «παιδί» και ο «γονέας» «αποφασίζουν» για τη σχέση τους και τη ζωή τους γενικά.

Στο σημείο αυτό εύλογα γεννιέται το ερώτημα: Γιατί δεν υιοθετούν όλα τα ζευγάρια το σενάριο του «ενήλικου», ώστε να έχουν σίγουρη την επιτυχία, αλλά αφήνουν το «παιδί» και τον «γονέα» να τους χαλάνε τη ζωή;

 

Η απάντηση δεν είναι απλή. Ωστόσο, ένα είναι σίγουρο: κανείς δεν επιλέγει συνειδητά μια αποτυχημένη σχέση και έναν κακό γάμο. Κανείς δεν επιλέγει συνειδητά να έχει συμπεριφορές και να εκτελεί σενάρια που καταστρέφουν τη ζωή του. Και αν γίνεται αυτό, δεν το συνειδητοποιεί εγκαίρως ή καθόλου. Ας δούμε τι συμβαίνει.

 Για να γίνει κατανοητό πώς λειτουργούν στη ζωή τα τρία πρόσωπα, ο «γονέας», το «παιδί» και ο «ενήλικός», ας χρησιμοποιήσουμε μια εικόνα.

Φανταστείτε ότι κάθονται στο καθιστικό του σπιτιού σας ένας γέροντας και ισχυρογνώμων γονιός, ένα μικρό παιδί και ένας ενήλικος, γνωστός για την ικανότητά του να λύνει προβλήματα. Ξαφνικά κάποιος χτυπά επίμονα την πόρτα και φωνάζει για ένα θέμα που έχει προκύψει, που σας αφορά και στο οποίο πρέπει να δοθεί λύση. Αμέσως, χωρίς να σας ρωτήσουν, (χωρίς να το συνειδητοποιήσετε), τρέχουν για να ανοίξουν την πόρτα ο «γονέας» και το «παιδί». Ο «γονέας» για να πει στον επισκέπτη, χωρίς να τον ακούσει, ότι κάνει λάθος. Το «παιδί» τρέχει στην πόρτα για να πει πως αυτό δεν φταίει. Ο «ενήλικος» είναι έτοιμος, αν εσείς του το αναθέσετε, να δει τι ακριβώς συμβαίνει και να αναζητήσει λύση στο πρόβλημα, αλλά περιμένει να του το πείτε εσείς για να το κάνει. Ο «ενήλικος» δεν ενεργεί χωρίς τη συγκατάθεση σας. Μόλις ενεργοποιήσετε τον ενήλικό σας, ο γονέας και το παιδί κάνουν πίσω και του αφήνουν χώρο να ενεργήσει.

 

Σαν το καθιστικό είναι και ο εαυτός του καθενός, καθιστικό που «κα- τοικείται» από τον «γονέα», τον «ενήλικο» και το «παιδί» του. Καθημερινά, ζητήματα και δυσκολίες «χτυπούν την πόρτα του» και ζητούν λύση. Σε ποιον θα αναθέσει ή σε ποιον θα επιτρέψει να διαχειριστεί το ζήτημα; Από αυτό θα εξαρτηθεί η πορεία της σχέσης του, και όχι μόνο. Το «παιδί» και ο «γονέας» εκφράζουν τις παρορμητικές, τις μη συνειδητές συμπεριφορές του, ενώ ο «ενήλικος» εκφράζει την ψύχραιμη και συνειδητή του ανταπόκριση.

 

Η απόφαση που έχει να πάρει δεν είναι εύκολη…

Φυσικά, είναι ανθρώπινο και συνηθισμένο και δεν δημιουργεί πρόβλημα το να λειτουργούμε κάποιες φορές παρορμητικά, επιβλητικά ακόμη και επιπόλαια. Πρόβλημα δημιουργείται όταν η «παιδική» και η «γονική» συμπεριφορά είναι ο κανόνας στη σχέση, και όχι η εξαίρεση. Και πάλι όμως παραμένει το ερώτημα: γιατί έχουμε έναν ανώριμο εαυτό, που εκφράζεται μέσα από το «παιδί» και τον «γονέα» μας;

 «Ωριμάσαμε στο σώμα, αλλά όχι στην ψυχή»

Τα συναισθήματα έχουν και αυτά τη δική τους πορεία στην ωριμότητα. Αναπτύσσονται και ωριμάζουν. Και όπως το σώμα, θέλουν και αυτά φροντίδα για να εξελιχθούν. Αν δεν δεχτούν τη φροντίδα που χρειάζονται, «κατσιάζουν» και δεν ωριμάζουν παράλληλα με το σώμα. Συμβαίνει πολλοί από εμάς να έχουμε μεν αναπτυχθεί βιολογικά, αλλά να μην έχουμε αναπτυχθεί συναισθηματικά, τουλάχιστον στον βαθμό που θα έπρεπε, και αυτό δεν είναι τυχαίο.

Μέχρι πρόσφατα οι γονείς νόμιζαν ότι τα μικρά παιδιά «δεν καταλαβαίνουν» και έτσι δεν πρόσεχαν τις συμπεριφορές και τις αντιδράσεις τους. Δεν ήξεραν ότι τα βρέφη και τα νήπια δεν κατανοούν μεν, αλλά αισθάνονται και καταγράφουν. Το ίδιο νόμιζαν και οι δάσκαλοι.

 

Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα, εστιασμένο στην αποδοτικότητα των μελλοντικών πολιτών και όχι στην ευτυχία τους, όχι μόνο δεν συμπλήρωσε τα ελλείμματα της οικογενειακής αγωγής, αλλά τα μεγάλωσε. Έτσι, βασικά συναισθήματα και ψυχικές δεξιότητες για τη ζωή αφέθηκαν στην τύχη τους, όπως το να πιστεύουμε αληθινά στον εαυτό μας, να έχουμε όρια και να διαχειριζόμαστε τις παρορμήσεις μας, τις ματαιώσεις της ζωής, τη λύπη και τους φόβους μας.

Με τέτοια αγωγή μάθαμε να κρύβουμε τις αδυναμίες μας και να καταπνίγουμε τον θυμό μας. Μάθαμε πως αν είμαστε «βολικοί», είμαστε καλοί, αν διεκδικούμε είμαστε κακοί. Δεν μάθαμε τίποτα για τη συνεργασία, για τη γνήσια αγάπη και δεν εκπαιδευτήκαμε να αναγνωρίζουμε τα συναισθήματα του διπλανού μας και να μπαίνουμε στη θέση του.

Μεγαλώσαμε, λοιπόν, στο σώμα και αναπτύξαμε την αναλυτική σκέψη, όμως δεν ωριμάσαμε στο συναίσθημα. Κι όμως, μόνο με τη συναισθηματική ωριμότητα μπορούμε να κατακτήσουμε την ευτυχία. Χωρίς αυτήν, μπορεί να επιτυγχάνουμε επαγγελματικά, αλλά στη χώρα της αγάπης θα νιώθουμε ξένοι ή παρείσακτοι.

 

Η θέση του βιβλίου

 

«Η επιτυχία ή η αποτυχία μιας σχέσης ή ενός γάμου δεν εξαρτάται από το αν είναι ερωτευμένο το ζευγάρι, αλλά από το πόσο ενήλικες είναι συναισθηματικά».

 

Άλλος λίγο και άλλος πολύ, μπαίνουμε σε μια σοβαρή σχέση ή στον γάμο με ένα τεράστιο «παιδί» και έναν τεράστιο «γονέα» μέσα μας, δηλαδή με ένα τεράστιο «εγώ». Όσο καλές προθέσεις και αν έχουμε, σύντομα μετά το στάδιο του έρωτα επικρατεί το «εγώ χρειάζομαι, και όχι εσύ», το «εγώ ξέρω, και όχι εσύ», το «εγώ έχω δίκιο και όχι εσύ».

 

Σε πολλούς από εμάς μοιάζει το μέσα μας παιδί και ο μέσα μας γονέας να έχουν εξαπλωθεί σαν την πετρελαιοκηλίδα σε όλον τον εσωτερικό μας κόσμο, να τον έχουν «μολύνει» και να παρεμποδίζουν τον «ενήλικό» μας να λειτουργήσει.

 

Κάποια στιγμή όμως, έρχεται μια συμβίωση ή ένας γάμος, με τις δικές του απαιτήσεις, να μας φέρει αντιμέτωπους με το παιδί και τον γονέα μέσα μας. Έρχεται η σχέση, σαν καθρέπτης να αντικαθρεφτίσει όλες τις πτυχές του χαρακτήρα μας, όλες τις ανασφάλειες του «παιδιού» και την κυριαρχικότητα του «γονέα». Όμως, μέσα σε αυτό το αντικαθρέφτισμα, όσο και αν πονάει, υπάρχει ελπίδα:

Η αγάπη, σαν πλαίσιο ζωής, μας βοηθά να ωριμάσουμε και η σχέση μπορεί να είναι μια θαυμάσια διορθωτική ευκαιρία για την προσωπικότητά μας. Όσα μάθαμε λάθος ή με ελλείψεις στο σπίτι και στο σχολείο, έρχεται η αγάπη να τα διορθώσει.

Μέσα σε μια συμβίωση ή σε έναν γάμο, αν αγαπάμε τον σύντροφό μας και αν θέλουμε να εξακολουθήσει να μας αγαπά, πρέπει να μάθουμε λειτουργούμε όλο και πιο πολύ με το ενήλικο μέρος του εαυτού μας.

 

ΓΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΩΡΙΜΑΣΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΣΕ ΜΕΓΑΛΗ ΗΛΙΚΙΑ;

 «Η συναισθηματική ωριμότητα καλλιεργείται και αναπτύσσεται καθ ‘όλη τη διάρκεια της ζωής. Εξάλλου στο Σύμπαν όλα αλλάζουν».

Πολλοί αναρωτιούνται αν μπορούν να ωριμάσουν συναισθηματικά και να αποκτήσουν συναισθηματική νοημοσύνη σε μεγάλη ηλικία. Στο ερώτημα αυτό η απάντηση είναι κατηγορηματική: «Ναι, όλοι μπορούμε να ωριμάσουμε, ακόμη και σε μεγάλη ηλικία, γιατί η ωριμότητα δεν είναι μια ιδιότητα που την αποκτούμε εφάπαξ, στο 100%, με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό όλοι οι άνθρωποι.

 

Άλλος είναι πιο ώριμος και άλλος λιγότερο σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Και ακόμη, δεν είναι όλοι το ίδιο ώριμοι σε όλες τις ψυχικές δεξιότητες. Κάποιος είναι πολύ ικανός στο να συναισθάνεται τον άλλο, αλλά μέτριος στο να λύνει προβλήματα. Άλλος τα καταφέρνει περίφημα στον αυτοέλεγχο, αλλά χωλαίνει στο να πετυχαίνει στόχους.

 

Μπορούμε, λοιπόν, να ωριμάσουμε, αν πράγματι το θελήσουμε, αν δηλαδή έχουμε ισχυρό κίνητρο και αν έχουμε αποφασίσει σοβαρά να το κάνουμε. Χρειάζεται να το πιστέψουμε. Μπορεί τα θεμέλια της συναισθηματικής μας νοημοσύνης να μπαίνουν στα πρώτα μας χρόνια, όμως η ψυχική ωρίμανση είναι μια εξελικτική διαδικασία για όλη την υπόλοιπη ζωή μας.

 

Καλό είναι να θυμόμαστε ότι:

  1. Η «παιδικότητα» και η «γονεϊκότητα» δεν είναι παντοδύναμες και πως μέσα μας δεν υπάρχουν μόνο το «παιδί» και ο «γονέας», αλλά και ο «ενήλικος».
  2. Ο άνθρωπος δεν είναι άβουλο ον. Δεν είναι έρμαιο του παρελθόντος του, γιατί δεν έχει μόνο παρελθόν. Έχει και μέλλον. Η σκέψη του δεν λειτουργεί μόνο με τη μνήμη των παλιών βιωμάτων, αλλά και με τη δημιουργική φαντασία και τον δυνατό οραματισμό του μέλλοντος. Αν κάποιος έχει σκεφτεί σοβαρά και ξέρει πώς θέλει να είναι ο εαυτός του και πού θέλει να πάει τη σχέση του, τότε η σκέψη και ο σχεδιασμός για το μέλλον του μπορούν να βάλουν φρένο σε συμπεριφορές «κολλημένες» στο παρελθόν του.

Όλοι μας, ως παιδιά, χωρίς να το επιλέγουμε, μαθαίνουμε κάποιους τρόπους να ζούμε, αλλά ως ενήλικοι επιλέγουμε συνειδητά αν θα τους συ- νεχίσουμε ή όχι. Μικροί δεν μπορούσαμε, αλλά μεγάλοι μπορούμε να τούς αποφύγουμε.

Μετά την εφηβεία, που έχει ωριμάσει πλήρως η σκέψη μας, επιλέγουμε πώς θέλουμε να νιώσουμε μπροστά σε μια κατάσταση και πώς θα συμπεριφερθοΰμε στους άλλους. Αν δεν το κάνουμε, απλά αντιδρούμε μηχανικά με τον τρόπο που μάθαμε στα νηπιακά μας χρόνια, συνεχίζοντας να είμαστε διαχρονικά νήπια, «θύματα», που… «για όλα φταίνε τα παιδικά μας βιώματα».

 

Όλοι μπορούμε να εξελιχθούμε, φτάνει να σταματήσουμε να εκτελούμε τα σενάρια ζωής των νηπιακών μας χρόνων και να λειτουργούμε με τον «ενήλικό» μας. Για να λειτουργούμε όμως ως ενήλικες, χρειάζεται να ξέρουμε τι λογής «παιδί» και «γονέα» κουβαλάμε μέσα μας και με ποιους τρόπους αυτές οι πλευρές του εαυτού μας επηρεάζουν τη σημερινή μας ζωή. Αυτή όμως η γνώση δεν θα έχει καμιά αξία για τη σχέση, αν δεν λαμβάνουμε υπόψη μας ότι και ο σύντροφός μας λειτουργεί μέσα από έναν γονέα, έναν ενήλικο και ένα παιδί.

 

Χρειάζεται να έχουμε τον νου μας, να είμαστε σε εγρήγορση, ώστε να μην επιτρέπουμε στον «γονέα» και στο «παιδί» να ενεργούν πρώτοι και να έχουν στη ζωή μας το πάνω χέρι. Σε πολλά φιλοσοφικά και πατερικά κείμενα βρίσκουμε την παρότρυνση να μην αφήνουμε την ψυχή μας να «καθεύδει», δηλαδή να κοιμάται, γιατί τότε βρίσκουν την ευκαιρία και κερδίζουν έδαφος οι εγωκεντρικές συνήθειες και οι ανώριμες συμπεριφορές.

 

Η Μαρία Πεδιώτου είναι ψυχολόγος , ψυχοθεραπεύτρια  ειδικευμένη στη συμβουλευτική ζεύγους και στην οικογενειακή θεραπεία . Σπούδασε Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης  και Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Το βιβλίο της «Σχέση στοργής ή Σχέση οργής» είναι ένας οδηγός για τη σχέση του ζευγαριού

Σχέση στοργής η Σχέση οργής; Ενας οδηγός για την σχέση του ζευγαριού
Rate it