Αρχική Ειδήσεις - Νέα “Το μάρμαρο” της υγείας το πληρώνουν οι ασθενείς. Αυξήθηκε κατά 50% η...

“Το μάρμαρο” της υγείας το πληρώνουν οι ασθενείς. Αυξήθηκε κατά 50% η ιδιωτική δαπάνη

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Στις μέρες του μνημονίου όπου δημόσια χρήματα δεν υπάρχουν οι ασθενείς αναγκάζονται να πληρώνουν κατά 50% από την τσέπη τους παροχές πρωτοβάθμιας υγείας. Το πλέον τραγικό είναι ότι ενώ μέχρι πριν λίγα χρόνια μας συνέκριναν με κράτη μέλη της Δυτικής λεγόμενης Ευρώπης στην οποία υπερτερούσαμε στο προσδόκιμο ζωής, τώρα ο ΟΟΣΑ μας συγκρίνει με την πρώην Ανατολή Ευρώπη της οποίας υπερτερούμε κατά 5,5 χρόνια στο προσδόκιμο ζωής. Έτσι η ποιότητα υγείας και επιβίωσης χωλαίνει σθεναρά ακόμα και αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε. Στις δαπάνες υγείας έχει μετατοπιστεί πάνω από 1 δις ευρώ από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα. Έτσι 2,5 δις κοστίζει στο κράτος ο ΕΟΠΥΥ 1 δις η φαρμακοβιομηχανία, και άλλο 1 δις οι ασθενείς. Μεσούσης της κρίσης είμαστε η τρίτη χώρα στον ΟΟΣΑ σε ιδιωτικές δαπάνες υγείας. Τα φάρμακα που προμηθευόμαστε δεν είναι τα ακριβότερα όπως διατείνονται πολλοί. Πληρώνουμε 53% λιγότερο έναντι άλλων κρατών μελών της ΕΕ. Ωστόσο τα γενόσημά μας είναι αισθητά ακριβότερα έναντι άλλων στην ευρωζώνη.

Τα χρόνια του μνημονίου έχουν αφήσει ανεξίτηλο τον αντίκτυπό τους  στο κράτος και στην κοινωνία, με το ΑΕΠ να μειώνεται κατά 30% και η ανεργία να αυξάνεται στο 23% από το 2008 μέχρι σήμερα.

 Όσον αφορά την υγεία, οι πολιτικές υγείας οδήγησαν στη μεγαλύτερη μείωση των δαπανών υγείας ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ, με τη δαπάνη για πρωτοβάθμια περίθαλψη να έχει μειωθεί δραματικά. Η νοσοκομειακή περίθαλψη αναγκάζεται να επωμισθεί το βάρος της έλλειψης πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, ενώ η  φαρμακευτική περίθαλψη αν και έχει μειωθεί σημαντικά, εν τούτος παρουσιάζει σταθεροποίηση τα τελευταία 2 χρόνια.

 Συγκεκριμένα η συνολική φαρμακευτική περίθαλψη, εξακολουθεί να απορροφά  το 28,3% της συνολικής δαπάνης υγείας ή το 2,3% του ΑΕΠ. Αυτό όμως δεν οφείλεται σε αυξημένη κατανάλωση αλλά, όπως δείχνουν στοιχεία του ΟΟΣΑ, καταναλώνουμε λιγότερο και πληρώνουμε περισσότερο.

 Η πολιτική υγείας εστιάστηκε στη μείωση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης μόνο και όχι στην εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στον τομέα υγείας που θα επέτρεπαν στο σύστημα υγείας να θεραπεύσει περισσότερους ασθενείς με λιγότερους πόρους.  Όλα τα τελευταία χρόνια, συμπεριλαμβανομένης της τελευταίας διετίας, ο μοναδικός στόχος μείωσης της δημόσιας δαπάνης για την φαρμακευτική περίθαλψη επιτεύχθηκε κυρίως μέσω της μεταφοράς του βάρους της χρηματοδότησης από τον ΕΟΠΥΥ και το Υπουργείο Υγείας στη βιομηχανία και τους ασθενείς.  Ειδικά η φαρμακευτική βιομηχανία  υποχρεώθηκε σε πλήθος εξοντωτικών υποχρεωτικών και αποκλειστικά από την κυβέρνηση προκαθορισμένων εκπτώσεων για κάθε σκεύασμα οι  οποίες συνολικά αθροίζονται για το 2016 σε πλέον των 300 εκ ευρώ για το σύνολο της βιομηχανίας. Επιπλέον οι φαρμακευτικές βιομηχανίες είναι υποχρεωμένες να καταβάλλουν πλήρως το ποσό της υπέρβασης του στόχου της φαρμακευτικής δαπάνης , η οποία υπέρβαση ξεπέρασε το 2016 τα 420 εκ για τη δαπάνη του ΕΟΠΥΥ και τα 280 εκ για τη δαπάνη των νοσοκομείων. Δηλαδή ενώ ο ΕΟΠΥΥ και το υπουργείο υγείας καταβάλλει 2,5 δις για τη φαρμακευτική περίθαλψη η βιομηχανία καταβάλλει και αυτή άνω του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ ετησίως.

Σαν συνέπεια των παραπάνω και σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΟΠΥΥ η μέση επιβάρυνση επιστροφών και εκπτώσεων προς τον οργανισμό για μια φαρμακευτική εταιρεία κυμαίνεται μεταξύ 19 – 43% ετησίως.  Για πάνω από 40 εταιρείες (εκ των 67 συνολικά), η συνολική επιβάρυνση ξεπερνά το 31% του ετήσιου κύκλου εργασιών τους στον ΕΟΠΥΥ. Καθώς αυτή η επιβάρυνση υπολογίζεται σε λιανικές τιμές, η πραγματική επιβάρυνση είναι  μεγαλύτερη. Σύμφωνα με το ισχύον σύστημα τιμολόγησης η φαρμακευτική βιομηχανία εισπράττει τελικά το 52-63% της τιμής παραγωγού (που είναι ο μέσος όρος των τριών χαμηλότερων τιμών στην Ευρώπη)  που το κράτος το ίδιο ορίζει για κάθε φαρμακευτικό προϊόν. Οι φαρμακευτικές εταιρείες επέστρεψαν επίσης το 2016, το 32% του κύκλου εργασιών τους στα δημόσια νοσοκομεία.

Αλώβητοι δεν βγήκαν ούτε οι ασφαλισμένοι καθώς μεγάλο μέρος της φαρμακευτικής δαπάνης μεταφέρθηκε και στους χρόνια πάσχοντες με την ιδιωτική συνδρομή στην φαρμακευτική περίθαλψη να φτάνει ξεπερνά και αυτή το 1 δις για το 2016 (περίπου 750μ εκ ευρώ η συμμετοχή των ασθενών στην αποζημιούμενη περίθαλψη συν 250 εκ τα φάρμακα που αγοράζονται ιδιωτικά από τα φαρμακεία).

 ΣΥΝΕΠΩΣ Η ΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ και τη δυνατότητα τους να  παρέχουν φάρμακα στους Έλληνες ασθενείς.

 

Αντί δομικών μεταρρυθμίσεων τα νέα προτεινόμενα μέτρα για τον έλεγχο της φαρμακευτικής δαπάνης οδηγούν σε αδυναμία εισαγωγής νέων φαρμάκων με συνέπεια την υγειονομική υποβάθμιση, την αδυναμία κάλυψης κλινικών αναγκών και την αρνητική επίπτωση στις επενδύσεις και την απασχόληση, ενώ έχουν αβέβαιο δημοσιονομικό αποτέλεσμα. Πιο συγκεκριμένα:

 

  • Για να αποζημιωθεί ένα καινούργιο φαρμακευτικό σκεύασμα θα πρέπει να προϋπάρχει αξιολόγηση και αποζημίωση ταυτόχρονα σε έξι ευρωπαϊκές χώρες (Αγγλία, Ιταλία, Ισπανία, Σουηδία, Πορτογαλία και Γαλλία) με διαδικασίες που διαρκούν τουλάχιστον από 18 έως 24 μήνες.  Συνεπώς για να αποζημιωθεί ένα νέο προϊόν  στην χώρα μας  θα μεσολαβεί διάστημα τουλάχιστον 2,5-3 ετών από την έγκρισή του από τον   Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων.
  • Επιπλέον υποχρεωτική έκπτωση 25% (rebate) ως τέλος εισόδου στη Θετική Λίστα για τρία χρόνια, σε προσαύξηση των ήδη υπαρχόντων υποχρεωτικών εκπτώσεων και επιστροφών (για την πλειονότητα των εταιρειών η  σημερινή επιβάρυνση ξεπερνά το 40%), δηλαδή συνολικά για ένα νέο φάρμακο η εταιρεία θα πρέπει να επιστρέφει στο κράτος το 60% της τιμής του και κατόπιν να αφαιρέσει τα έξοδα απασχόλησης του προσωπικού, το κόστος αγοράς των προϊόντων, το κόστος των κλινικών μελετών κλπ.
  • Περαιτέρω αύξηση των ήδη υπαρχουσών εκπτώσεων (rebate) μέσω ενός πολυσύνθετου και με αβέβαιη λογική καινούργιου αλγόριθμου ο οποίος προσδοκά να

 

ΔΗΛΑΔΗ ΓΙΑ ΝΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕΙ ΕΝΑ ΝΕΟ ΦΑΡΜΑΚΟ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΓΚΡΙΘΕΙ ΣΕ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΕΣ ΧΩΡΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΟΠΙΝ ΤΟ ΕΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΦΑΡΜΑΚΟ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΟΡΗΓΕΙΤΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΔΩΡΕΑΝ ΑΠΟ ΤΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΙΑ ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ.

 

Τα μέτρα αυτά για τα νέα προϊόντα (επιπλέον τέλος 25% πλέον των ήδη θεσμοθετημένων υποχρεωτικών επιστροφών που ξεπερνούν το 40% της τιμής παραγωγού), η καθυστέρηση της εισαγωγής των νέων προϊόντων για τουλάχιστον 2,5 χρόνια μετά την έγκριση από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων και η αύξηση των υποχρεωτικών εκπτώσεων θα στερήσουν από τους Έλληνες ασθενείς ζωτικές θεραπείες που αυξάνουν το προσδόκιμο ζωής και μειώνουν το κόστος νοσηλείας. Χαρακτηριστικά δημοσιευμένες μελέτες έδειξαν, ότι τα νέα φάρμακα μεταξύ 1995 και 2010 πρόσθεσαν 11 μήνες ζωής σε κάθε Έλληνα ενώ μείωσαν τις ημέρες νοσηλείας κατά 2,2% ετησίως.

 

Επίσης, είναι προφανές ότι με τους κανόνες αυτούς δεν θα κυκλοφορήσουν νέα φάρμακα στη χώρα μας στα επόμενα χρόνια με συνέπεια οι ήδη επιβαρυμένοι υγειονομικά Έλληνες ασθενείς να μην μπορούν να ελπίζουν σε βελτίωση του υγειονομικού τους επιπέδου. Άλλες χώρες που καθυστερούν την εισαγωγή νέων φαρμάκων όπως στην Ανατολική Ευρώπη έχουν πολύ χαμηλότερους δείκτες  υγείας από τους Ελληνικούς. Επίσης τα μέτρα αυτά δεν έχουν δημοσιονομικό αποτέλεσμα καθώς η μη εισαγωγή νέων φαρμάκων δεν θα οδηγήσει στην είσπραξη αυξημένων επιστροφών.

 

Αναρωτιέται λοιπόν κανείς ποια κατεύθυνση είναι η επιθυμητή.

 

Αυτή των οριζόντιων μέτρων που οδηγούν στην υποβάθμιση της υγείας των Ελλήνων πολιτών και απειλούν την βιωσιμότητα του φαρμακευτικού κλάδου αλλά και κατ’ επέκταση του συστήματος υγείας ολόκληρου στερώντας τους Ελληνες από νέες θεραπείες;

 

Ή του διαλόγου και της συνεργασίας που θα οδηγήσουν σε στρατηγικές μεταρρύθμισης με σκοπό τον εξορθολογιμό και τη βιωσιμότητα του συστήματος και θα επιτρέψουν στο σύστημα υγείας να ενσωματώσει τις σύγχρονες θεραπευτικές εξελίξεις προς όφελος των ασθενών;

 

Χρειάζονται ένας οδικός χάρτης δομικών μεταρρυθμίσεων και όχι οριζόντια μέτρα.

 

Με τη ρύθμιση αυτή επιβάλλεται στη φαρμακευτική βιομηχανία η αποστολή της παροχής υψηλής ποιότητας φαρμακευτικής περίθαλψης του Ελληνικού λαού, είναι αμφίβολο όμως αν αυτή μπορεί να αναλάβει αυτό το χρηματοδοτικό βάρος.

 

Η αύξηση της δαπάνης δεν προέρχεται μόνο από τα νέα προϊόντα. Ήδη το 2016 υπάρχει υπέρβαση της δαπάνης κατά 700 τουλάχιστον εκατομμύρια στο δημόσιο τομέα η οποία δεν οφείλεται στα νέα φάρμακα.  Η κυβέρνηση έχει την υποχρέωση να συζητήσει με τη φαρμακοβιομηχανία λύσεις που θα βελτιώνουν την αποδοτικότητα της περίθαλψης και θα μας επιτρέψουν να θεραπεύσουμε περισσότερους ασθενείς με τους ίδιους ή λιγότερους πόρους.  Η απονέκρωση της ερευνητικής βιομηχανίας στη χώρα μας αν δεν υπάρξει συνεργασία θα εντείνει την ανεργία και τα την ύφεση, θα αποτελέσει δε σημαντικό αρνητικό μήνυμα για την προοπτική επενδύσεων στη χώρα μας.

 

Στο πλαίσιο άμεσων λύσεων, οι κυβέρνηση θα μπορούσε:

  • Να διατηρήσει τα υπάρχοντα rebate προς αποφυγή λαθών μέχρι την λήψη δομικών μεταρρυθμίσεων.

 

  • Εξεύρεση λύσεων εντός του υπάρχοντος νομοθετικού πλαισίου.
    • Καλύτερος έλεγχος χρήσης φαρμάκων εκτός ένδειξης μέσω πραγματικής εφαρμογής των υπαρχόντων θεραπευτικών πρωτοκόλλων συνταγογράφησης.
    • Εφαρμογή Επιτροπής Διαπραγμάτευσης
    • Τιμολόγηση off-patent & γενοσήμων με βάση το μ.ο. των 3 χαμηλότερων τιμών στις χώρες-μέλη της Ε.Ε. χωρίς προστασία τιμής. Η διείσδυση των γενοσήμων είναι ιδιαίτερα χαμηλή στην χώρα μας φτάνοντας μόλις το 20% εν αντιθέσει με το 58% που είναι ο μ.ο. των ΕΕ 18 χωρών μελών, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ (OECD Health Statistics 2016). Η αύξηση όμως της διείσδυσης δεν είναι αρκετή. Σε μελέτη της IMS, φάνηκε ότι η αύξηση διείσδυσης γενοσήμων σε 13 ATC κατηγορίες, θα μείωνε την δαπάνη μόνο κατά 0,09%.

Η ταυτόχρονη αλλαγή τιμολόγησης με βάση το μ.ο. των 3 χαμηλότερων τιμών στις χώρες-μέλη της Ε.Ε. και χωρίς «κατώφλι» προστασίας, θα μπορούσε να οδηγήσει μείωση της δαπάνης για αυτές τις 13 ATC  κατηγορίες κατά 78,05% για τον ΕΟΠΥΥ και 31,2% για τους ασθενείς.

 

  • Εξαίρεση εμβολίων από τον προϋπολογισμό. Τα εμβόλια αφορούν την πρόληψη και όχι την θεραπεία. Συνεπώς, δεν μπορεί να υπάρξει σπατάλη στην χρήση εμβολίων καθώς ο αριθμός ανθρώπων που χρίζουν εμβολιασμού είναι συγκεκριμένος. Επίσης, το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα και οφείλεται να ακολουθείται από όλους τους ιατρούς που εμβολιάζουν.

 

Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, θα μπορούσαν να ληφθούν οι παρακάτω δομικές αλλαγές:

  • Αξιολόγηση νέων φαρμάκων μέσω ενός οργανισμού αξιολόγησης τεχνολογιών υγείας όπως έχει εξαγγελθεί και είναι μνημονιακή προϋπόθεση για το 2017. Η δημιουργία ενός οργανισμού ΗΤΑ θα έκανε δυνατή την αξιολόγηση των νέων θεραπειών με βάση τη σχέση κόστους-οφέλους σε αναλογία με τις υπάρχουσες θεραπείες. Τα κριτήρια αξιολόγησης θα πρέπει να δομηθούν σύμφωνα με τις Ελληνικές ανάγκες του συστήματος και τις πρακτικές υγείας στην χώρα μας. Τέλος και κυριότερα, θα δώσει την δυνατότητα αξιολόγησης μέσα σε συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα επιτρέποντας την πρόσβαση των ασθενών στις νέες εγκεκριμένες θεραπείες συντομότερα – χωρίς εξάρτηση από τα χρονοδιαγράμματα και αναμονές άλλων οργανισμών του εξωτερικού.
  • Ο έλεγχος των νοσοκομειακών προϋπολογισμών μέσω μηχανισμών προοπτικής χρηματοδότησης, όπως ΚΕΝ ή Diagnosis Related Groups (DRGs) σύμφωνα με τους οποίους διαμορφώνεται μια εκ των προτέρων αμοιβή για διαφορετικές κατηγορίες περιστατικών. Έτσι το νοσοκομείο έχει το κίνητρο να προσπαθεί να επιτυγχάνει τη θεραπεία του ασθενούς με κόστος ίσο ή χαμηλότερο από το όριο αμοιβής που έχει τεθεί για το περιστατικό αυτό. Στα πλαίσια αυτά όλοι οι παράγοντες του νοσοκομείου έχουν κίνητρα να αναζητήσουν τους πλέον οικονομικούς τρόπους αντιμετώπισης των ασθενών, θεσπίζοντας κλινικά πρωτόκολλα, προβαίνοντας σε συμφωνίες με προμηθευτές, μειώνοντας τη μέση διάρκεια νοσηλείας κλπ.
  • Παραγωγή Real World Evidence μέσω της εφαρμογής θεραπευτικών πρωτοκόλλων σε όλες τις θεραπευτικές κατηγορίες, την δημιουργία μητρώων ασθενών, την σύνδεση των υπαρχόντων και μελλοντικών συστημάτων και την αναζήτηση συνεργασιών. Μία τέτοια δομική αλλαγή θα πρόσφερε πολλαπλά οφέλη στην βελτίωση του συστήματος καθιστώντας το βιώσιμο:
    • Ανίχνευση ακριβών ασθενών και προσαρμογή πρωτοκόλλων
    • Έλεγχος και ενημέρωση ιατρών πάνω στις ιατρικές πρακτικές που εφαρμόζουν
    • Πρόσφορο περιβάλλον για έρευνα και ανάπτυξη

 

 

 

 

 

 

Rate it